81ο. Γνωρίζατε ότι …
Να πάμε αρκετά χρόνια πίσω . Θυμάστε το καντάρι, την οκά και τα δράμια .
Στους γάντζους (τσιγκιέλια ) με την αλυσίδα πιάνοταν το χαράρι (σακί τσουβάλι γεμάτο βαμβάκι) και στους μικρότερους περνούσε γερό ξύλο βέργα χοντρή για να δείξει τα κιλά. Το βάρος υπολογιζόταν σε μονάδες όπως καντάρια και οκάδες . Η αξία της οκάς ήταν : Μια οκά =1280 γραμμάρια, δηλαδή ένα κιλό και 280 γραμμάρια. Οι υποδιαιρέσεις της ήταν τα δράμια . Μια οκά είχε 400 δράμια . Ένα δράμι =3,2 γραμμάρια . Πολλαπλάσιο της οκάς ήταν το καντάρι που ισοδυναμούσε με 44 οκάδες ( 56,4476 γραμμάρια ).
Η οκά καταργήθηκε επίσημα στην Ελλάδα το 1959,όταν το μετρικό σύστημα (κιλά, γραμμάρια) υιοθετήθηκε πλήρως . Όλα τα ζύγιζαν με την παλάντζα που ήταν κρεμαστή μεταλλική ζυγαριά. Όλα αυτά έχουν ιδιαίτερη πολιτισμική αξία, καθώς ήταν μέρος της καθημερινότητας των προηγούμενων γενεών .
Αδέκαστος κριτής το καντάρι. Επίσης όταν θέλανε να πούνε για κάποιον άνθρωπο ότι ο λόγος του και ο χαρακτήρας του ήταν ακέραιος έλεγαν αυτό τον άνθρωπο με το καντάρι να τον ζυγίζεις. Και “αυτός τα έχει τετρακόσια ” βγήκε από την οκά .
*Θυμάστε που έλεγαν οι παππούδες μας για τα “πενηνταράκια (160 γραμμάρια) , τα “εκατοσταράκια( 320 γραμμάρια “, τα μισοκάδικα (640 γραμμάρια ) για το ούζο, το τσίπουρο και το κρασί ;
***Οι νταμιτζάνες ήταν μεγάλα γυάλινα δοχεία, συνήθως με στρογγυλό σχήμα και στενό λαιμό ,που χρησιμοποιούνταν κυρίως για την αποθήκευση και τη μεταφορά υγρών ,όπως κρασί ,τσίπουρο ,λάδι . Η ονομασία νταμιτζάνες προέρχεται από την γαλλική λέξη dame- Jeanne , κυρία Ζάν που πιθανότατα αναφέρεται σε μια γυναίκα που χρησιμοποίησε τέτοια δοχεία. Τον καιρό που τις χρησιμοποιούσαν οι παππούδες μας ήταν τυλιγμένες με ψάθα ή καλάμι για προστασία από θραύση . Η λέξη “νταμιτζάνα “εντυπώθηκε στο λεξιλόγιο των παλαιότερων γενεών γιατί αντιπροσώπευε κάτι χρήσιμο, πρακτικό και αναγκαίο. Ακόμα και σήμερα η λέξη “νταμιτζάνα ” φέρνει στο νου εικόνες των αποθηκών στα πατρικά μας σπίτια.
*** Για την παρασκευή του βούτυρου από το γάλα χρησιμοποιούσαν ένα ξύλινο δοχείο, γνωστό ως δρουβάνν(ι). Με υπομονή και τεχνική οι γιαγιάδες μας, χτυπούσαν το γάλα μέσα σε αυτό το ξύλινο κυλινδρικό δοχείο που είχε καπάκι και μια τρύπα για το έμβολο . Ανεβοκατεβάζοντας το έμβολο γινόταν το χτύπημα του γάλακτος και αυτή η κίνηση προκαλούσε διαχωρισμό κι έτσι τα στερεά ήταν το βούτυρο και τα υγρά ήταν το ξινόγαλα . Αυτή η παραδοσιακή διαδικασία ήταν κουραστική αλλά αποτελεσματική και το βούτυρο είχε εξαιρετική γεύση . Αυτό το φρέσκο βούτυρο , που έβγαζαν με κόπο οι γιαγιάδες μας, ήταν από τις πιο αγνές και νόστιμες λιχουδιές, πάνω στην φέτα του ζυμωτού ψωμιού μας. Συχνά μας έριχναν μέλι ή πασπάλιζαν ζάχαρη . Μια εικόνα γεμάτη γεύσεις και αναμνήσεις από την απλότητα της παραδοσιακής μας ζωής στην Νέα Δήμητρα .