40ο Γνωρίζατε ότι…
Όταν οι νέοι ήρθαν από την Πατρίδα οι περισσότεροι έπρεπε να εκπληρώσουν την στρατιωτική τους θητεία στην Ελλάδα .
Μπορούσαν να καταταγούν στρατιώτες μέχρι την ηλικία των σαράντα χρόνων Και ο χρόνος της θητείας ήταν μεγάλος .Πολλοί νέοι υπηρέτησαν στον Ελληνικό Στρατό για δύο και τρία χρόνια .
Ο Θανάσης Τριανταφυλλίδης υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό από το 1938 έως και το 1940 ,αφήνοντας πίσω την γυναίκα του και τα παιδιά του , την πεντάχρονη Τριανταφυλλιά και την δίχρονη Κωνσταντινιά και τον μηνών Γιώργο . Όσο ο Θανάσης ήταν στρατιώτης αρρώστησε ο μικρός γιός του ο Γιώργος και δυστυχώς τον έχασε .
*Ανάμεσα στις πολλές ιστορίες που αναδεικνύουν τη ζωή των προσφύγων και τη δύναμη της οικογενειακής αλληλεγγύης ξεχωρίζει αυτή του Ιωάννη Μπόσκου.Γιός του Τριαντάφυλλου και της Πιστευής , γεννήθηκε το έτος 1903 και ήρθε στην Νέα Δήμητρα το 1924 σε ηλικία 21 χρόνων από το χωριό Άκαλαν της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης. Ήρθε με τους γονείς του Τριαντάφυλλο Μπόσκο (57 χρόνων) και Πιστευή (56 χρόνων) και τον αδελφό του Γιώργο Μπόσκο (25 χρόνων) .
Παντρεύτηκε με την Κατερίνα Γκόγκου , που ήταν μηλαδελφή του Γκόγκου Χρήστου (Κιτίκου ) και του Γκόγκου Θανάση (του Κώτσου) . Η Κατερίνα γεννήθηκε το 1907, στο Όκλαλι της Ανατολικής Θράκης και ήρθε στην Νέα Δήμητρα, δεκαεφτά χρόνων.
Μετά τον γάμο της με τον Ιωάννη απέκτησαν την Βασιλοπούλα , την Πιστευή και τον Χρήστο που πέθανε νέος το 2002 , σε ηλικία 66 χρόνων .
Η τραγωδία της οικογένειας Μπόσκου, ωστόσο είναι αξεπέραστη . Ο μπαμπάς Ιωάννης πέθανε σε ηλικία μόλις 34 χρόνων το 1937 και η μαμά Κατερίνα το 1941 , σε νεαρή ηλικία , ίδια με του Ιωάννη , 34 χρόνων. Έτσι έμεινε ορφανός ο μικρός Χρήστος. Χωρίς μπαμπά στον πρώτο χρόνο ζωής του και χωρίς μαμά στα πέντε του χρόνια , μένοντας μόνο με την ανάμνηση της αγάπης τους .
* Οι γιαγιάδες μας και οι μαμάδες μας , όλο τον χρόνο φρόντιζαν για το εφοδιασμό του νοικοκυριού τους , με τα απαραίτητα . Έκαναν τα παραδοσιακά ζυμαρικά , τους τραχανάδες και τους γιουφκάδες , συγκέντρωναν τα κουκιά , τα φασόλια , τις φάβες , τα λουκάνικα , τις “τσιγαρίδες” και “το λαρδί “, από το γουρούνι , τις μαρμελάδες . Τα απαραίτητα αγαθά , που δεν μπορούσαν να τα παρασκευάσουν για την επιβίωσή μας στο χωριό μας , οι γονείς μας τα προμηθεύονταν από τους μπακάληδες του χωριού , που είχαν απ’ όλα .Ρύζια , ζάχαρη , λάδι , ελιές , φακές , σάλτσες και άλλα απαραίτητα ,για την μαγειρική και την ζαχαροπλαστική τους .
Όλο τον χρόνο δεν είχαν χρήματα για να προμηθευτούν αυτά τα αγαθά και οι μπακάληδες τα έδιναν “επί πιστώσει ” δηλαδή “βερεσέ” , χωρίς χρήματα καταγράφοντας τα χρέη στο “τεφτέρι”.
Ο μπακάλης έγραφε το χρέος στο βιβλίο του και όταν ερχόταν ο καιρός της πληρωμής από τα στάρια ,τα καπνά ή την μπάμια αργότερα , τότε έδιναν το χρέος , “τα χρέητα” όπως έλεγαν .
Έτσι λειτουργούσε το εμπόριο στην Νέα Δήμητρα, όπως και σε άλλα χωριά .Με αλληλοστήριξη και εμπιστοσύνη , ενώ η καθημερινότητα για τις οικογένειες των προσφύγων ήταν γεμάτη δυσκολίες, αλλά και επιμονή στην επιβίωση και την πρόοδο .