32ο Γνωρίζατε ότι…
Όπως κάθε ιστορία που ξεκινάει από το παρελθόν , έτσι και η ιστορία των Τσαλκιτζήδων , των Παπάζουγλων και άλλων οικογενειών , που έφτασαν με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών στην Νέα Δήμητρα
έμοιαζε με ψηφιδωτό . Κάθε κομμάτι μικρό ή μεγάλο έφτιαχνε την εικόνα μιας άλλης εποχής .
Ο πρόσφυγας Μιχάλης Τσαλκιτζής και η Ξανθούλα ήρθαν από το Λαζάρκιοΐ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης και ήταν οι γονείς τής Σμαραγδής Αβραμίδου .
Ο Μιχάλης ήταν αδελφός του Στυλιανού Τσαλκιτζή , μπαμπά του Ευξάνθιου .Άρα η Σμαραγδή και ο Ευξάνθιος ήταν πρώτα ξαδέλφια .
Τα παιδιά της Σμαραγδής Τσαλκιτζή – Αβραμίδη και τα παιδιά του Ευξάνθιου Τσαλκιτζή ήταν δεύτερα ξαδέλφια με τα παιδιά του Λεωνίδα Τσαλικίδη , γιου της Κατίγκως Τσαλκιτζή . Άρα η Σμαραγδή , ο Ευξάνθιος και ο Λεωνίδας ήταν πρώτα ξαδέλφια (από την Κατίνγκω που ήταν το γένος Τσαλκιτζή).
Έτσι έχουμε Μιχάλης (της Σμαραγδής ), Στυλιανός (του Ευξάνθιου) , Νικόλας (της Κατίγκως )=Αδέλφια .
Και αφού ο μπαμπάς της Κατίγκως ήταν Νικόλαος τότε έχουμε Νικόλαο και τον μπαμπά του Στυλιανού και του Μιχάλη .
Οι άλλοι Τσαλκιτζήδες ,(ο Νικόλας της Παρθένας και η αδελφή του Αφροδίτη ), ήταν του Ιορδάνη και της Συρματένιας .
Ο Φώτιος Τσαλκιτζής ο σύζυγος της Χαριτωμένης Τσαλικίδου, (αδελφής του Πασχάλη της Ζήλας )ήταν ο γιος του Αθανασίου Τσαλκιτζή , αδελφού του Ιορδάνη.
Ήτοι Νικόλαος Τσαλκιτζής του Ιορδάνη και Τσαλκιτζής Φώτιος του Αθανασίου , πρώτα ξαδέλφια .
Άρα έχουμε , ο μπαμπάς του Στυλιανού, του Μιχάλη και της Κατίγκως , ο Νικόλας, ήταν αδελφός του Ιορδάνη και του Θανάση .
Όλους τους έδεναν τα ίδια αίματα , οι ίδιες ρίζες .
Έσκαψα πολύ βαθιά , σαν να είχα αρχαιολογική σκαπάνη , όπως είπε και ο αγαπημένος μας συγγραφέας και χωριανός Γιώργος Μάνος .
Το κυνήγι των προγόνων παραμένει συναρπαστικό.
*** Η Κυριακιώ Παπάζουγλου ,σύζυγος του Δημητρού , συνήθιζε να λέει με παράπονο πως δεν είδε άσπρη μέρα από τότε που παντρεύτηκε . Πολλά παιδιά , κούραση , ανέχεια , όπως όλες οι γυναίκες της εποχής εκείνης.
Ένα πρωινό ξυπνάει από τις φωνές του άνδρα της Δημητρού . _”Σήκω γλήγορα Κυριακιώ . Διες όξω !” _”Τι να δγιω μπρε Δημητρό ; ‘
“Να , μαρί , να δγιείς μιαν άσπρη μέρα . Άσπρη μέρα δεν γύρευες ; Διες την τώρα! ” της είπε γελώντας .
Και η Κυριακιώ χάζευε το ωραίο άσπρο τοπίο με το χιόνι που το σκέπασε.
***Οι δικοί μας από την Πατρίδα ακόμη, ήταν λάτρεις του Τουρκικού καφέ.
Τον έλεγαν τουρκικό αλλά μετά τα γεγονότα του 1955 , της εκδίωξης των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη , τον είπαν ελληνικό.
Ακόμη , στα χωριά της Πατρίδας, ήταν τα καφενεία , τα λεγόμενα αργαστήρια , τα εργαστήρια , που σέρβιραν τον αυθεντικό καφέ με το πλούσιο χαρμάνι .
Σε κάθε χωριό υπήρχε καφενείο που συγκεντρώνονταν οι άνδρες του χωριού και απολάμβαναν το ωραίο αυτό ρόφημα .
Οι δικοί μας το καφενείο το έλεγαν “γραστήρ”, από την λέξη εργαστήριο , τον καφέ “καϊββέ” , το μπρίκι “καφεμπρίκκ” ή “ιμπρίκκ” και “γιμπρίκκ” ,το φλυτζάνι του καφέ , “τσασκάκκκ” .
Θυμάμαι που , από μικροί είμασταν λάτρεις του καφέ, αφού οι γιαγιάδες μας έδιναν για δοκιμή . Έβαζαν λίγο καφεζούμ(ι) στο πιατάκι του φλυτζανιού του καφέ και μεις το ρουφούσαμε.
Ο καφές παρασκευάζεται από τους καβουρντισμένους κόκκους του καφέ που και τότε τον προμηθεύονταν από τα καφεκοπτεία της Κωνσταντινούπολης. Μοσχομύριζαν τα καφενεία από το άρωμά του. Το Στογιαννάκκ, ο Μπόλσουραννς, ο Κώτσος ο Βοριάς , ο Αρβανίτς ο Γιώργης , ο Αρβανίτς ο Αντώναρος , ο Βασίλς ο Γιάγκογλου , ο Δημητρός ο Παπάζουγλος, ο Στέργιος ο Χατζέλος έθυαν στον βωμό αυτόν με τα αρώματα και τα χαρμάνια.
Αυτή η λεπτή αλεσμένη σκόνη ψημένη σε μπρίκι σε σιγανή φωτιά έδινε τα αρώματα της .
Και οι νοικοκυρές στα σπίτια απολάμβαναν το καφεδάκι τους στην γειτονιά. Ήταν η ώρα της ξεκούρασης και της επικοινωνίας με τις φιλενάδες τους .Και το φλυτζάνι ανάποδα γυρισμένο, για να δουν το πεπρωμένο .
Οι Νεοδημητριώτες έφεραν μαζί τους και αυτήν την συνήθεια .Τα παλιά καφενεία της Νέας Δήμητρας ήταν γεμάτα ιστορίες. Οι άνδρες κάθονταν γύρω από τα ξύλινα τραπέζια, κρατώντας στα χέρια τους το φλυτζανάκι γεμάτα “καϊββέ” και μιλούσαν για τις πατρίδες που άφησαν πίσω . Το “γραστήρ” ήταν το κέντρο της ζωής τους . Εκεί γινόταν το γλέντι , ο καημός , η μοιρασιά των ειδήσεων .
Τον καφέ τον απολάμβαναν σκέτο , γλυκό , με ολίγη , σερμπέτ , μέτριο , ελαφρύ , πολλά βαρύ , βαρύ γλυκό και όχι .’Οπως και να ήταν όμως , ήταν η πεμπτουσία των αισθήσεων.
*** Πίσω από το χιούμορ τους και την καθημερινότητα κρυβόταν ο πόνος της Ανταλλαγής. Μας έλεγαν για τους φόρους που πλήρωναν στην Πατρίδα.
Οι Έλληνες ,κάτοικοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ,πλήρωναν πολλούς φόρους στον Σουλτάνο .Υπήρχαν οι τακτικοί και οι έκτακτοι φόροι . Ο κεφαλικός φόρος , η δεκάτη , το μπεντέλλ και άλλοι πολλοί.
Οι φόροι ήταν για όλους τους υποτελείς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και φυσικά περιελάμβανε και τους προγόνους μας. Έτσι οι Τούρκοι απομυζούσαν τους φτωχούς ραγιάδες.
Επειδή δεν είχαν την κυριότητα της γης, πλήρωναν φόρο ως αντάλλαγμα για την κατοχή και την καλλιέργειά της . Έτσι τους κρατούσαν δέσμιους σε μια γη που δεν τους ανήκε. Ακόμη , για να έχουν απαλλαγή από την στρατιωτική θητεία πλήρωναν φόρο , το μπεντέλι, το γνωστό αντισήκωμα .
Αυτό το έδιναν όσοι είχαν αγόρια πάνω από τα δεκαοκτώ τους χρόνια και ήταν ικανοί για την στρατιωτική τους θητεία . Έτσι απαλλάσσονταν . Τα τελευταία χρόνια , πριν την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, επειδή είχε λιγοστέψει ο τουρκικός στρατός , υποχρεωτικά έπαιρναν όλους τους νέους .
Έχω ακούσει ιστορίες για τους νέους των χωριών μας, της Πατρίδας , που έφευγαν και κρύβονταν σε άλλα χωριά. Έτσι από το Όκλαλι πήγαιναν και κρύβονταν στις Μέτρες ή στο Τσακήλι της Τσατάλτζας. Κάποιοι κρύβονταν στα δάση και αν τους έπιαναν θεωρώντας τους λιποτάκτες , τους σκότωναν .
***Γνωρίζω την ιστορία της Σταυρινής Μαρμαρίδου , που ήρθε από το Άκαλαν της Ανατολικής Θράκης στην Νέα Δήμητρα με τα αδέλφια της , με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών . Μαζί της είχε την οκτάχρονη κόρη της Ελένη . Τον άνδρα της Τριαντάφυλλο Ρελάκη, τον είχαν πάρει στον Τουρκικό στρατό. Ο καιρός περνούσε και ο Τριαντάφυλλος δεν γυρνούσε.
Η Σταυρινή πλήρωνε “το μπεντέλι” , την αποζημίωση για την στρατιωτική θητεία του άνδρα της και ο άνδρας της δεν γυρνούσε . Αυτή η φορολόγηση έκανε την Σταυρινή και τους δικούς της να χάσουν μέρος της περιουσίας τους , χωρίς αποτέλεσμα . Γέννησε την κόρη της Ελένη εκεί στην Πατρίδα και ο Τριαντάφυλλος δεν γύρισε ποτέ . Χάθηκε στα βάθη της Μικράς Ασίας. Έτσι η Ελένη ήταν ορφανή , πριν καν ανοίξει τα μάτια της . Η Σταυρινή όμως έπρεπε να συνεχίσει, να ξαναρχίσει από την αρχή και ήρθε στην Νέα Δήμητρα με την κόρη της και παρά τις δυσκολίες δεν έχασε ποτέ την ελπίδα της .
Μέσα από τις αφηγήσεις των παλιών οι ιστορίες της Νέας Δήμητρας συνεχίζουν να ζουν . Ιστορίες ανθρώπων που πάλεψαν , έκλαψαν , χαμογέλασαν .