Όταν ο Τόπος Θυμάται και Συγχωρεί. Τα Ξύλα απ’ τα Βουβάλια
Στη Νέα Δήμητρα, εκεί που η ζωή κυλούσε άλλοτε με ιδρώτα και χώμα, με βουβάλια που βούλιαζαν τα πόδια τους στο καλοκαιρινό αυλάκι και ανθρώπους που μάθαιναν να περιμένουν τις βροχές σαν ευλογία, μεγάλωσε μια κοπέλα. Από μικρή, μαζί με τους γονείς της στα χωράφια. Χέρια γεμάτα κάλους, πρόσωπο καμένο από τον ήλιο, καρδιά απλή, ευθύβολη, σαν τις γιαγιάδες μας.
Ήρθε όμως η ζωή και της άλλαξε το βήμα. Παντρεύτηκε έναν άνθρωπο από τη μεγάλη πολιτεία ,απ’ αυτές που δεν κοιμούνται ποτέ. Άλλαξε ο κόσμος της, σπίτια ψηλά, δρόμοι γεμάτοι, ρούχα καθαρά και φανταχτερά. Ξεθώριασε το παρελθόν, σαν παλιές φωτογραφίες σε συρτάρι που δεν ανοίγει πια κανείς.
Πέρασαν τα χρόνια κι αποφάσισε μια μέρα να επιστρέψει στο πατρικό της. Οι γονείς της τη δέχτηκαν με ανοιχτή αγκαλιά και καρδιά που χτυπούσε δυνατότερα από τον χρόνο. Η αυλή, όπως παλιά, βουβάλες στο στάβλο , το καζάνι να καπνίζει, μυρωδιά από στάβλο και βασιλικό.
Μα εκείνη, με βλέμμα ξένο, στάθηκε μπροστά στα ζώα και ρώτησε, γεμάτη απορία .
— Τι είναι αυτά τα ζώα, και… τι είναι αυτά τα ξύλα που έχουν στο κεφάλι;
Οι δικοί της δεν μίλησαν. Κοίταξαν μόνο ο ένας τον άλλον. Τι να πουν; Ότι ξέχασε τις βουβάλες που τη μεγάλωσαν; Που έσερναν το άροτρο και πλήρωναν με το γάλα και το κορμί τους το ψωμί της, τα βιβλία της, τα παπούτσια της; Ότι εκείνα τα «ξύλα» δεν ήταν τίποτα άλλο από τα κέρατα του κόπου τους, της αγωνίας τους, της ζωής τους ολόκληρης;
Η ιστορία κυκλοφόρησε στο χωριό, μα όχι σαν κουτσομπολιό ,σαν παράδειγμα. Μια υπενθύμιση. Για όλους εκείνους που όταν ανεβαίνουν, ξεχνούν από πού ξεκίνησαν. Που αντί να τιμούν τον μόχθο, τον περιφρονούν. Που βλέπουν τα «ξύλα στο κεφάλι» και δεν αναγνωρίζουν τα θεμέλια που τους στήριξαν.
Ευτυχώς, τέτοιες ιστορίες είναι λίγες. Οι περισσότεροι, όταν επιστρέφουν, σκύβουν και φιλούν το χώμα, θυμούνται τη μυρωδιά από το στάρι, ακούνε ακόμα τα βαριά βήματα των βουβαλιών στις αυλές.