Όταν ο Ουρανός Άνοιξε στη Νέα Δήμητρα
Ο ήλιος είχε ήδη ανατείλει όταν το χωριό άδειασε. Ήταν 5 Ιουλίου του 1950, εποχή θερισμού και αλωνισμού και όλοι είχαν πάρει το δρόμο για τον κάμπο. Άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά, με τα κάρα φορτωμένα, βιαστικά, σαν να τους κυνηγούσε ο χρόνος. Τα γεννήματα περίμεναν. Έπρεπε να μαζευτούν, να μπουν στα αμπάρια , πριν η φύση προλάβει να τα κάνει δικά της.
Η δουλειά ήταν σκληρή, ο ιδρώτας αυλάκωνε τα πρόσωπά τους, μα κανείς δεν σταματούσε. Ο τόπος μύριζε σιτάρι και γη καυτή από τον ήλιο. Ο ήλιος έκαιγε και πάνω απ’ τα χωράφια της Νέας Δήμητρας, στις Πρώτες που ήταν προς το κανάλι , εκεί που οι θεριστές έδιναν μάχη με τη γη, όπως κάθε καλοκαίρι. Ο Γιώργης ο Μπόσκος δούλευε μαζί με τα παιδιά του, τον Τριαντάφυλλο, τη Ζωηρά , τον Χαράλαμπο και τον Χρήστο ορφανούς ανεψιούς τους, που είχε υπό την προστασία του. Μαζί τους ήταν και ο γιος του κουμπάρου του, Γιάννη Τσαμπάζη.
Ο θερισμός είχε σχεδόν τελειώσει. Ο Χαράλαμπος στεκόταν κοντά στο κάρο, παρέα με τον Χρήστο. Ο Γιώργης τού είπε να πάρει το άλογο και να πάει στο χωριό να φέρει το φαγητό που είχε ετοιμάσει η Ανδρονίκη. Ο ουρανός ήταν καθαρός, κι όμως, ξαφνικά, έπεσαν πέντε-έξι σταγόνες βροχής. Μια μικρή προειδοποίηση, σαν ανάσα της μοίρας πριν την τραγωδία.
«Τριαντάφυλλε, φέρε τη γιάμπα!» είπε ο πατέρας. Ο Τριαντάφυλλος, όπως πάντα, στράφηκε στη Ζωηρά, ρωτώντας την τι είπε ο πατέρας ,όταν ήθελε να βεβαιωθεί πως είχε ακούσει σωστά .
«Τη για…» πρόλαβε να πει εκείνη.
Δεν τελείωσε ποτέ τη λέξη. Ο ουρανός άνοιξε, κι ένας κεραυνός έπεσε με μανία στη γη. Μια λάμψη, σαν μια τρύπα που κατάπιε τον Τριαντάφυλλο.
Ο Γιώργης έτρεξε, τον σήκωσε, προσπάθησε να τον επαναφέρει. Μάταια. Ο γιος του, στα 22 του χρόνια, ήταν πια ένα άψυχο σώμα. Με βαριά καρδιά, τον φόρτωσαν στο κάρο και πήραν τον δρόμο για το χωριό. Ο ουρανός έκλαψε πρώτος. Η βροχή έπεσε ξαφνική, άχρηστη πλέον. Δεν δρόσισε κανέναν, δεν ανακούφισε κανέναν. Ο δρόμος για το χωριό ήταν μακρύς κι όμως κανείς δεν μιλούσε . Μόνο ο ήχος των αλόγων ακουγόταν ,σαν πένθιμο τραγούδι .
Η Ανδρονίκη, στο σπίτι, είχε νιώσει τη λάμψη να αγγίζει την αυλή της. Σαν ένα προαίσθημα, σαν ένα κάλεσμα από μακριά. Βγήκε στον δρόμο. Έφτασε κοντά στου Τσέτα, εκεί όπου το κάρο μετέφερε το άψυχο κορμί του παιδιού της.
Μόλις είδε, λύγισε.
Η Ελένη Σοαντζόγλου, η Ελένη Μητακίδου, η Κωνσταντινιά Τσέτα έτρεξαν και την σήκωσαν από το χώμα. Εκείνη τραβούσε τα μαλλιά της, χτυπούσε το στήθος της, φώναζε, σαν να μπορούσε να φέρει πίσω τον χαμένο της γιο.
Στο σπίτι, κάτω από την κληματαριά που απλωνόταν σε όλη την αυλή, στρώθηκαν κουρελούδες και ψάθες. Όλο το χωριό ήρθε να αποχαιρετήσει τον Τριαντάφυλλο, οι φίλοι του , οι συγγενείς ,οι χωριανοί. Και από τα γύρω χωριά ,γιατί ο Γιώργης είχε πολλούς φίλους ,έκανε αγώγια και ήταν πολύ αγαπητός σε όλους . Τον Τριαντάφυλλο τον ξενύχτησαν με μοιρολόγια, με δάκρυα, με σιωπές γεμάτες απόγνωση. Ο Τριαντάφυλλος Μπόσκος ,22 χρόνων ,ήταν γεμάτος όνειρα . Ήταν ένα γερό παλικάρι ,λεβέντης με μάτια γεμάτα φωτιά . Του άρεσε να γελάει , να τραγουδάει , να δουλεύει μαζί με τους δικούς του . Είχε μεγαλώσει με το χώμα και τον ιδρώτα , μα μέσα του είχε κρυμμένη μια δίψα για ζωή . Η Ανδρονίκη μέσα στον αβάσταχτο πόνο της, θρηνούσε και παραπονιόταν στον Θεό γιατί ήταν τόσο άδικος μαζί της . Η Ανδρονίκη και ο Γιώργης δεν άφησαν στην τύχη τους δύο ορφανά , τον Χρήστο γιό του αδελφού του Γιώργη και τον Χαράλαμπο γιό της αδελφής της Ανδρονίκης . Τα είχαν αγκαλιάσει σαν δικά τους παιδιά ,τα τάιζαν ,τα νουθετούσαν, τα κρατούσαν ζεστά τον χειμώνα και χορτάτα το καλοκαίρι. Και τώρα μέσα στο μοιρολόι της η Ανδρονίκη δεν θρηνούσε μόνο για το παιδί που έφυγε ,αλλά και για εκείνα που έμειναν πίσω ,με την φροντίδα της να τους βαραίνει περισσότερο από ποτέ . Γιατί η αγκαλιά της μεγάλωνε παιδιά με αγάπη ,μα ο ουρανός της έπαιρνε τα δικά της .
Και σαν να μην έφτανε αυτός ο άδικος χαμός, η μοίρα είχε προλάβει να γράψει μια δεύτερη τραγωδία.
Μόλις έντεκα μέρες πριν, την Κυριακή 26 Ιουνίου 1950, η αδελφή του Γιώργη, η Βασιλική – η Κική, όπως τη φώναζαν – είχε χαθεί από κεραυνό στο Λεβεντοχώρι Κιλκίς, εκεί όπου είχε παντρευτεί. Είχε αφήσει πίσω της ανήλικα παιδιά της .
Και τώρα, ο ίδιος κεραυνός, η ίδια μοίρα, είχε πάρει και τον γιο του. Δύο κεραυνοί, δύο ζωές σβησμένες, δύο μαχαιριές ,δύο φέρετρα σε λίγες μέρες !
Ο Γιώργης, μέσα σε λίγες μέρες, είχε χάσει την αδελφή του και το παιδί του. Ποιός νους μπορούσε να χωρέσει τέτοιο βάρος;
Τα χρόνια πέρασαν, μα η ιστορία δεν ξεχάστηκε. Στη Νέα Δήμητρα, για καιρό, όλοι μιλούσαν για τον άδικο χαμό του Τριαντάφυλλου. Για το πώς ο ουρανός, εκείνο το καλοκαίρι του 1950, πήρε δύο ζωές μέσα σε λίγες μέρες.
Και η Ανδρονίκη;
Έζησε με το κενό που δεν γεμίζει, με τον πόνο που δεν παρηγορείται, με το βλέμμα της πάντα στραμμένο στον ουρανό. Και για πάντα ,ο Τριαντάφυλλος έμεινε στα όνειρα όσων τον αγάπησαν .
Τα χρόνια πέρασαν, μα το όνομα του Τριαντάφυλλου δεν ξεχάστηκε. Όταν γεννήθηκε ο μικρός γιος του Μάνου, η Ανδρονίκη έσκυψε και τον βάφτισε. «Θα τον πούμε Τριαντάφυλλο», είπε και η φωνή της έτρεμε. Ήταν το δικό της τάμα, να κρατήσει ζωντανό το όνομα που χάθηκε στο αλώνι εκείνο τον μαύρο Ιούλη.
Γιατί οι άνθρωποι φεύγουν, μα τα ονόματά τους μένουν, ριζώνουν σαν τα στάχυα στους κάμπους, σαν τις αναμνήσεις στις καρδιές των δικών τους.
*Ο Τριαντάφυλλος γεννήθηκε το 1928 και ήταν ο γιός του Γιώργου Μπόσκου και της Ανδρονίκης . Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από το Άκαλαν της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης. Μετά την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης εγκαταστάθηκαν στη Νέα Δήμητρα. Ο Τριαντάφυλλος ήταν 22 χρόνων , όταν έχασε τη ζωή του στους αλωνότοπους της Νέας Δήμητρας από κεραυνό .
Έντεκα ημέρες νωρίτερα χάθηκε από κεραυνό η αδελφή του Γιώργη , η Κική. Ήταν παντρεμένη στο Λεβεντοχώρι Κιλκίς όπου είχε χτίσει τη ζωή της με τον Κουρτέσογλου Παναγιώτη , αφήνοντας πίσω τρία ορφανά ,με τα μάτια γεμάτα ερωτήσεις που κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει . Η ζωή σκληρή , δεν περίμενε και η έλλειψη της μάνας τους θα ήταν μια πληγή που δεν θα έκλεινε ποτέ .