Όταν η Νέα Δήμητρα Ξύπνησε στον Πόλεμο  

Όταν η Νέα Δήμητρα Ξύπνησε στον Πόλεμο  

Ήταν πρωί του Οκτώβρη του 1940. 

Η καμπάνα του χωριού χτύπησε αλλόκοτα , όχι για πανηγύρι, ούτε για λειτουργία ,ήταν  το κάλεσμα της επιστράτευσης. Από τα σοκάκια ξεπρόβαλλαν παιδιά, ξυπόλυτα ή με φθαρμένα παπούτσια, με αγωνία στα μάτια και σκόνη στα πόδια. Τα παιδιά έτρεχαν από τις αυλές, ξεμύτιζαν πίσω από φράχτες, κοιτούσαν με μάτια γεμάτα απορία. 

Δεν ήξεραν τι ακριβώς συνέβαινε, αλλά το ένιωθαν στο σώμα τους: κάτι άλλαζε.Τριγυρνούσαν στις αυλές και στην πλατεία, παρατηρούσαν τους άντρες που ετοίμαζαν τα δέματά τους και αφουγκράζονταν τον παλμό μιας στιγμής που δεν καταλάβαιναν, μα δεν θα ξεχνούσαν ποτέ. 

Ήταν, λες, ένα κάδρο ξεθωριασμένο από ήλιο και χειμώνες. 

Η Πλατέα με το χώμα  ,τις πέτρες, τα δέντρα ,τις ακακίες και τις  λεύκες τριγύρω της  . Και μέσα εκεί, σκορπισμένα σαν ψίχουλα παιδικής ζωής, τα παιδιά του χωριού. 

Ο Τάκης ο Αργυρόπουλος στέκεται με τα χέρια στη μέση, καμαρωτός, σαν να λέει: «Εγώ πρώτος ήρθα!» 

Ο Γιώργος ο Αλεξιάδης κοιτάζει ψηλά την καμπάνα , δεν την έχει ξανακούσει να χτυπά έτσι. 

Ο Αντωνάκης ο Αλμπανίδης, με τη σκόνη στα γόνατα και ένα μικρό σκίσιμο στο πουκάμισο, στέκεται κοντά του. 

Στον φόντο, τα αδέλφια Ιωακειμίδη, ο Γιακίμς κρατάει ένα αυτοσχέδιο όπλο  και  ο Απόστολος κοιτάζει γύρω, σαν να μετράει τους φίλους του. 

Ο Χρήστος ο Καλφόπουλος με τα χέρια στις τσέπες, κατεβαίνει με βήμα σταθερό, ώριμος για την ηλικία του. 

Πίσω του, ο Χρήστος ο Κεχαγιάς φτιάχνει το φανελάκι του που πέφτει στον έναν ώμο. 

Ο Φώτης ο Καλλιόγλου έχει στα χέρια του ένα ξύλινο σπαθί ,ίσως από κάποιο παλιό παιχνίδι πολέμου. Ο Απόστολος, ο αδελφός  του ,δίπλα του πιο ήσυχος, σχεδόν συνεσταλμένος. 

Ο Χρυσαφάκης ο Κυριακίδης κάνει μια γκριμάτσα  και πειράζει τον φίλο του, τον Τάσο τον Μαλγαρίδη  . Ίσως δεν ξέρει ακόμη αν αυτό που ζει είναι σοβαρό ή παιχνίδι. 

Ο Στέφανος ο Μήττας έχει σταυρωμένα τα χέρια.  

Ο Μητάκος και ο Τασούλης έχουν τα κεφάλια τους κοντά, λένε σιγανά κάτι και γελούν , ένα τελευταίο παιδικό γέλιο, πριν αρχίσει το μεγάλο ταξίδι των ανδρών. 

Ο Απόστολος ο Μήττας έχει μαζέψει τα φρύδια του. Σαν να τον βαραίνει το πρωινό. 

Ο Γιώργος ο Μουχταρίδης με τους φίλους του  φωνάζουν κάτι δυνατά. Ο Τριαντάφυλλος ο Μπόσκος , ο Κωνσταντίνος και ο αδελφός του , ο Μήτσος ο Μπαλίδης . Παρέα αχώριστη, με μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από το τρέξιμο. 

Ο Παναγιώτης ο Παρπαράς έχει σηκώσει το ένα χέρι, σαν να δίνει σινιάλο σε κάποιον που έρχεται. 

Ο Σταύρος ο Σοαντζόγλου έχει στο χέρι του  ένα κομμάτι ψωμί .  

Ο Στέλιος ο Σπαρταλίδης κρατάει στην τσέπη του έναν βώλο από τα παιχνίδια του. 

Οι τρεις Τσιφτσήδες,ο Κυπαρίσσης , ο Διαμαντής και Απόστολος ,στέκονται πλάτη-πλάτη, σαν μικροί στρατιώτες έτοιμοι για κάτι που δε γνωρίζουν. 

Ο Βασίλης ο Τσέτας κοιτάζει το χώμα και το ανακατεύει με το παπούτσι του. 

Οι Τσαλκιτζήδες ,ο Απόστολος και  ο Γιώργος,  στέκονται κοντά στον Δημητρό τον Τσαλικίδη, που κρατά μια χάρτινη σφεντόνα. 

Ο Στέργιος ο Φωτιάδης και ο Κότσος ο Γκόγκος κοντεύουν να τσακωθούν ,κάτι  είπε ο ένας στον άλλον,  αλλά τελικά στέκονται σιωπηλοί. 

Τα δίδυμα του Παπαδόπουλου του Αλέξανδρου του Τσιφούτ,ο Απόστολος και ο Αρσένης έτρεχαν από την Πλατέα και κάτω .  

Ο μικρός Χριστόφορος Τσαλικίδης στέκονται  στην άκρη του σπιτιού τους μαζί με τον αδελφό του τον Γιώργη .  

Ο Δημήτρης ο Χατζής  με τον Κυριαζή τον Στράντζαλη κάθονται  στο χαμηλό σκαλί της εκκλησίας. Ο αδελφός του Κυριαζή , ο Γιώργος, κρατάει από το χέρι τον μικρό Μήτσο . 

Ο Γιώργος ο Ζαφειρόπουλος  και ο  Αλέκος ο Αλμπάνης ακουμπάνε  στον κορμό της ασκαμνιάς , κοντά στο καφενείο του Μπόλσουραν.  

Κι όλα μαζί τα παιδιά αυτά , με τα ραμμένα και μπαλωμένα παντελόνια ,  τα γδαρμένα χέρια και τα καθαρά βλέμματα , στέκονται σ’ αυτή τη φωτογραφία του νου. 

Μια γενιά που τότε δεν ήξερε τι ερχόταν. 

Εκείνη η  στιγμή που χτύπησε η καμπάνα , ο πόλεμος δεν ήταν πια φήμη, αλλά χτύπησε την πόρτα του χωριού. 

Και οι πατεράδες βγήκαν πρώτοι στην αυλόπορτα. 

Άλλοι με το πανωφόρι στον ώμο, άλλοι μισοντυμένοι, με τη λάσπη ακόμα στα παπούτσια τους. 

Ο Δημητρός  ο Παπάζογλου σκούπισε το μέτωπό του με το μανίκι. Το βλέμμα του πήγε ίσια στην καμπάνα και ύστερα στον γιο του. 

Ο Διαμαντής ο Σαρβανιτίδης ,  σκεφτικός, έβγαλε το ρολόι από το γιλέκο και το κοίταξε, λες κι η ώρα θα του ‘λεγε αν θα γύριζε ξανά. 

Ο  Τσαλικίδης ο Λεωνίδας,ο γιός  της Κατίγκως , στάθηκε μπροστά στη μάντρα και φώναξε: «Παιδιά, μέσα. Μη βγαίνετε όλοι έξω!» 

Μα ποιος άκουγε; 

Οι γυναίκες, από τις αυλές, με τις μπροστέλες δεμένες στη μέση , στέκονταν ακίνητες. 

Η Κατίνα η Τακίδου  κράτησε για λίγο την ψυχραιμία της. Έβγαλε δυο φέτες ψωμί και τις τύλιξε με τυρί σε μια πετσέτα , “για το δρόμο”, είπε. 

Η Παρθένα η Τακίδου έγκυος στο δεύτερο παιδί της  έσφιξε στην ποδιά της τον γιό της τον Νίκο , μα το μυαλό της έτρεχε στον άντρα της, αν θα φύγει για το μέτωπο . 

Η Ελένη η Ιωακειμίδου έγειρε για λίγο στον τοίχο και ψιθύρισε κάτι σαν προσευχή. Κανείς δεν άκουσε. 

Κάποιοι φόρεσαν το πανωφόρι που είχαν κρατημένο “για καλό”. 

Άλλοι ξεσκόνισαν τα στρατιωτικά παπούτσια που είχαν μείνει σε μια παλιά κασέλα , από άλλους .  

Η επιστράτευση ήταν πια γεγονός κι ο χρόνος άλλαζε βηματισμό.Οι πρώτες γυναίκες μαζεύτηκαν έξω από το σχολείο.  

Έφεραν μαγειρεμένο φαγητό. Δεν έβγαινε λέξη. 

Το χωριό έπαψε να είναι χωριό. 

Έγινε αναμονή. 

Αγωνία. 

Βουβή φωνή. 

Και κάπου εκεί, στο βάθος, ένας πατέρας φίλησε το μέτωπο του γιου του. 

Μια μάνα σταύρωσε τον άντρα της με τρεμάμενο χέρι. 

Κι ένα παιδί, ο Χρήστος ή ο Τάκης, ποιος θυμάται τώρα;  φώναξε γελώντας: “Είναι γιορτή σήμερα;” 

Εκείνη η μέρα δεν ξημέρωσε ποτέ κανονικά στο χωριό. 

Ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος με το χτύπημα της καμπάνας . 

Ένας δρόμος που, για κάποιους, ήταν χωρίς επιστροφή. 

Τα παιδιά που έτρεξαν τότε, έγιναν άντρες. 

Άλλοι  γύρισαν πίσω κι άλλοι όχι . Κάποιοι χάθηκαν εκεί στην Αλβανία και κάποιοι γύρισαν . Αλλά και κάποια από αυτά τα παιδιά χάθηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν . 

Κάποια κράτησαν τις διηγήσεις στους καφενέδες, άλλα σιώπησαν για μια ζωή. 

Μα όλοι, με τον τρόπο τους, κουβάλησαν το βάρος εκείνου του πρωινού. 

Οι γυναίκες έμαθαν ν’ αντέχουν. 

Έμαθαν να μεγαλώνουν παιδιά μόνες, να οργώνουν, να σκάβουν, να περιμένουν. 

Κι όταν περνούσαν τα χρόνια, στις ίδιες αυλές που κάποτε έπεσε η σκιά του αποχωρισμού, έλεγαν τις ιστορίες σε εγγόνια.  

Το χωριό άλλαξε. 

Μα εκείνη η μέρα έμεινε άγραφα χαραγμένη στην ψυχή του. Σαν σιωπηλό παράσημο αξιοπρέπειας, μνήμης και κοινής μοίρας. 

Γιατί αυτό που ενώνει έναν τόπο είναι οι στιγμές που όλοι, μικροί και μεγάλοι, στάθηκαν μαζί ,απέναντι στον κίνδυνο  

Με τρεμάμενα χέρια, αλλά με το κεφάλι ψηλά. 

Και τώρα, καθώς οι φωνές τους λιγοστεύουν, 

ας γίνουμε εμείς η μνήμη. 

Ας σταθούμε στο κατώφλι της ιστορίας τους, 

με σεβασμό και συγκίνηση , 

για να την κρατήσουμε ζωντανή, 

να την πούμε ξανά, 

και να τη χαρίσουμε στις επόμενες γενιές. 

Αφιερωμένο σε όσους θυμούνται. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή