Όταν η Νέα Δήμητρα Γλεντούσε …
Ο γάμος στη Νέα Δήμητρα ξεκινούσε πάντα με γλέντι δυνατό, που έφερνε το χωριό στο πόδι. Ήταν χαρά μεγάλη, πανηγύρι αληθινό, γιατί σε τέτοιες μέρες δεν υπήρχαν ξένοι, μόνο συγγενείς, φίλοι και γείτονες, όλοι μια οικογένεια.
Στην αυλή του σπιτιού του Βαλιού είχε στηθεί το γλέντι. Το σπιτάκι του Εποικισμού, φρεσκοβαμμένο και πεντακάθαρο, έλαμπε σαν κόσμημα, η αυλή του μοσχοβολούσε ασβέστη και φρεσκάδα. Το χώμα είχε ποτιστεί από το σκούπισμα, μην αφήνοντας ούτε σκόνη να χαλάσει την εικόνα. Γύρω-γύρω είχαν στρωθεί ξύλινα τραπέζια, οι πάγκοι ντυμένοι με πολύχρωμες κουρελούδες και οι νοικοκυρές έτρεχαν να ευχαριστήσουν τους καλεσμένους, να μην μείνει κανείς παραπονεμένος.
Ο Βαλιός ο Ταιφτσής πάντρευε τον γιο του, τον Μπούλη και το κλαρίνο ανήγγειλε με τη φωνή του την έναρξη του χορού. Οι πρώτοι χοροί ήταν πάντα τα συρτά, ρυθμικά και λυγερά «σαν τις μαυρομάτες και τις μελαχρινές» που πρωτομπαίναν στο κύκλο. Η Βασιλική και η Ελενιώ, αδελφές του γαμπρού, πρώτες στο χορό, ακολουθούσε η μάνα τους, η Ευμορφία και μετά τα σόγια, ο ένας μετά τον άλλο, μέχρι που ο κύκλος φάρδυνε, μεγάλωσε και γίνηκε πανηγύρι.
Το ακορντεόν του Τάσου του Τσακάκκ συνόδευε το κλαρίνο, γιατί χωρίς αυτόν γάμος δεν γινόταν στο χωριό. Οι φωνές έσμιγαν με τα τραγούδια, που ξεπηδούσαν από τα χείλη όλων, μελωδίες παλιές, τραγούδια της πατρίδας. «Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι…» ακούστηκε, και ο κύκλος έγινε σφιχτός, στέρεος, σαν δεσμός αδιάρρηκτος.
Στον χορό η Σμαρούλα, η Βασιλική, ο Κυπαρίσσης με τη Χρυσούλα, ο Διαμαντής με τη Ζωή, η Μελισσινή με τη Φρόσω. Όλοι με καμάρι και ενθουσιασμό, τα πόδια τους πατούσαν δυνατά τη γη και έδειχναν τη χαρά τους .
Το Ταακάκκ δεν σταματούσε. Ένα τραγούδι διαδεχόταν το άλλο. Και να, το καλαματιανό! Πρώτη στο χορό η Χρυσοπηγή και ο κουνιάδος της, ο Βαλιός, αφήνοντας το ρόλο του οικοδεσπότη μπαίνει στο χορό και ρίχνει «τα πάσα’ στον Τάσο, να πιάσει σκοπό δυνατό. «Όλα τα πουλάκια ζυγά-ζυγά…» και ο κόσμος ξεσηκώθηκε. «Κόρη καλέ, κόρη, που πας στον ποταμό, Ελένη για να πλύνεις …» και να η Ελενιώ, αδελφή του γαμπρού, σέρνει πρώτη τον χορό. Ο Μπούλης και ο Τάσος την συνοδεύουν και τα μπαχτσίσια πέφτουν στα όργανα, ευλογία και χαρά μαζί. Και τα τραγούδια μαζί με τα μπαχτσίσια δεν είχαν τελειωμό.
Όμως , η κορύφωση του γλεντιού ερχόταν όταν ακουγόταν το τραγούδι « Το παπάκι πάει στην ποταμιά «. Ήταν, λες και κάποιο μυστικό κάλεσμα έδινε το σύνθημα . Τα τραπέζια άδειαζαν μονομιάς ,οι καρέκλες έμεναν ορφανές και όλοι ,μα όλοι , έτρεχαν να χωθούν στον κύκλο του χορού . Τα πόδια χτυπούσαν με δύναμη το χώμα, το μαντήλι γυρνούσε στον αέρα , τα χέρια σηκώνονταν ψηλά .
Σε όλο το χωριό ακούγονταν τα όργανα και κανείς δεν έλειπε. Το χωριό είχε γίνει όλο μια φωνή, ένας χορός. Ήταν όλοι καλεσμένοι, γιατί τέτοιοι γάμοι δεν είχαν πόρτες κλειστές, ούτε προσκλήσεις γραμμένες. Ήταν χαρές κοινές, που μοιράζονταν και γίνονταν γιορτές ανεπανάληπτες.
Και το γλέντι τραβούσε ως αργά. Τα όργανα έπαιζαν, οι φωνές δυνάμωναν, οι καρδιές άνοιγαν. Μια τέτοια νύχτα κανείς δεν την ξεχνούσε ποτέ. Η ανάμνηση αυτού του γάμου έμενε χαραγμένη, όπως κάθε γλέντι στη Νέα Δήμητρα που γέμιζε την ψυχή και κρατούσε το χωριό ενωμένο, σαν μια μεγάλη οικογένεια.