Όταν Ήλθαν από την Πατρίδα
Όταν ήλθαν από την Πατρίδα οι πρόσφυγες παππούδες μας, τότε είχε συσταθεί από το Ελληνικό κράτος η ΕΑΠ, η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων. Η επιτροπή αυτή είχε κύριο μέλημά της την τακτοποίηση των προσφύγων και την ενσωμάτωσή τους στην Ελληνική κοινωνία. Οι πρόσφυγες, οι λεγόμενοι ανταλλάξιμοι, κατευθύνονταν κυρίως σε περιοχές που ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν μουσουλμανικά κτήματα.
Και τους οδηγούσαν και σε περιοχές που υπήρχε δημογραφικό κενό, με την αναχώρηση των Μουσουλμάνων. Έτσι η γη της Μακεδονίας, ήταν αυτή που θα τους δέχονταν, γιατί πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις, γι’ αυτήν την εγκατάσταση. Εποικίζονταν οι παραμεθόριες περιοχές .Όσο ήταν στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και περίμεναν για την αναχώρηση στους νέους τόπους, οι χωριανοί έκαναν μια επιτροπή, που στάλθηκε σε διάφορα μέρη , για να αποφασίσουν πού θα εγκατασταθούν και μετά από περιπλάνηση, η απόφαση πάρθηκε. Ο τόπος που αργότερα θα ονομαζόταν Νέα Δήμητρα βρέθηκε. Ο τόπος που είναι τώρα το χωριό ήταν ιδανικός γι’ αυτούς, γιατί ήταν ψηλά το χωριό και κάτω ο κάμπος.
Γεωργοί και κτηνοτρόφοι ήταν και τους ενδιέφερε η γη . Στον τόπο αυτόν ήταν το «κονάκι», η «κούλα», το υποστατικό ενός μπέη, που ήταν γαιοκτήμονας και εκτείνονταν στην περιοχή της αποθήκης του Συνεταιρισμού.
Η θεία μου Μαρία Τσιφτσόγλου ήρθε με τους γονείς της με την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Ήταν τεσσάρων χρόνων και με άλλα παιδάκια κατέβαιναν από το γήπεδο και έπαιρναν κότες, για να τις μαγειρέψουν οι μανούλες τους κι εκεί είχε και νερό.
Εμείς μικρά παιδιά, όταν παίζαμε στην περιοχή αυτήν, βρίσκαμε σπασμένα κεραμίδια ,τα τούρκικα λεγόμενα, που ήταν εκείνα τα στρόγγυλα και οι γονείς μας έλεγαν πως ήταν απομεινάρια από το κονάκι του Μπέη. Τα στήναμε για το παιχνίδι «κεραμιδάκια», της παιδικής μας ηλικίας .
Όταν τελείωσαν όλες οι διαδικασίες της καταγραφής και τους μοιράσανε γη, ανασκουμπώθηκαν και άρχισαν να «ξεχερσώνουν « τα άγρια χωράφια ,που είχαν πέτρες και «τσαλιά», αγκάθια και με την δύναμη ,την εργατικότητά τους και την λαχτάρα για επιβίωση, τα μετέτρεψαν σε γόνιμα χωράφια .
Έδεναν στο άλογο τις ρίζες από τα δέντρα και τις έβγαζαν και τις πέτρες τις μάζευαν στην άκρη και έτσι τα χωράφια, γινόταν ίσια κομμάτια γης.
Και μετά από χρόνια το Ελληνικό κράτος τους τα παραχώρησε, με τους τίτλους και ήταν οι ιδιοκτήτες αυτών , που με τόσο κόπο απέκτησαν . Με την δούλεψή τους, συνετέλεσαν στην αγροτική ανάπτυξη.
Σε κάθε οικογένεια έδωσε «κλήρο « , περίπου πενήντα στρέμματα , εργαλεία, ένα άλογο και ζώα και από αυτά έβγαλαν το ψωμί της οικογένειάς τους. Στάρια ,λινάρια, σουσάμια, ήταν οι παραγωγές τους και το πρώτο και απαραίτητο, το αλεύρι για το ψωμάκι τους .Το ζυμωτό ψωμάκι που έφτιαχναν οι νοικοκυρές και έψηναν οι φούρνοι σε κάθε γειτονιά , που μοσχοβολούσε και χόρτασαν τα πεινασμένα στόματα ,τα δικά τους και των παιδιών τους.
Αργότερα, έβγαλαν νερό με τα πηγάδια, τα μαγγανοπήγαδα και τις γεωτρήσεις και άλλαξαν τις καλλιέργειες ,καρπούζια , «καβούνια» τα πεπόνια, βαμβάκια , οπωροκηπευτικά, καπνά και μπάμιες.
Προσωρινά έμεναν σε σκηνές πάνω από το γήπεδο του χωριού και όταν έβρεχε, λάσπες ,άνθρωποι και ζώα γινόταν ένα . Αν έχετε δει την φωτογραφία του σχολείου που ήταν γύρω στα εκατό παιδάκια, σκεφθείτε ότι ζούσαν εκεί πάνω ,μέσα στις σκηνές και την φτώχεια .
Μας έκανε εντύπωση η θλίψη, που έβγαζε αυτή η φωτογραφία, γιατί όλα τα παιδιά ήταν συνοφρυωμένα. Έδειχναν την λύπη τους και η προσφυγιά είχε αποτυπωθεί στο προσωπάκι τους . Ξυπνούσαν το πρωί σε μια σκηνή και με ότι ρούχο είχαν πήγαιναν στο σχολείο πεινασμένα και κακοντυμένα και με τις εικόνες στα μάτια τους, των γονιών τους, που πάλευαν για να ζήσουν και να τα ζήσουν .
Όμως , παρ’ όλα αυτά , έδιναν και αυτοί οι μικροί μαθητές και μαθήτριες, όση δύναμη είχαν για να διαβάσουν και να μάθουν και να προχωρήσουν . Πάνω σε αυτούς πάτησαν όλες οι επόμενες γενιές μας. Τα αδύναμα κορμάκια τους, έγιναν οι παππούδες μας και οι μπαμπάδες μας, οι γιαγιάδες μας και οι μανάδες μας, που τόσο άντεξαν σε όλες τις αντιξοότητες . Ήξεραν να τα προσπερνάνε, χωρίς μεγάλα τραύματα και σταθήκανε προστάτες και καθοδηγητές δικοί μας. Η Επιτροπή Εποικισμού τους έδωσε από ένα σπίτι, που το εμβαδόν του ήταν ανάλογο με τα μέλη της οικογένειάς του.
Και η διαρρύθμιση ήταν ανάλογη , δύο δωμάτια ή τρία αφού έκαναν δίπλα και βοηθητικούς χώρους.
Έτσι το χωριό φτιάχτηκε από την αρχή ,αφού δεν υπήρχαν παλιά σπίτια και είχε ωραίο σχέδιο, δηλαδή ρυμοτομία. Τα σπίτια ήταν με πλιθιά και ξύλα και έχτισαν δίπλα και τους σταύλους για τα ζώα τους , που κι αυτά θα έπαιρναν μέρος στον αγώνα της επιβίωσης τους. Τα άλογα και τα βόδια θα βοηθούσαν στην μεταφορά χρήσιμων υλικών και στην μετακίνηση των ίδιων, στους τόπους του αγώνα τους , όπου θα έριχναν τον ιδρώτα τους, και θα είχε άλλη αξία το ψωμί τους. Όργωναν την ξερή γη, για να δώσει τους ευλογημένους καρπούς της .
Οι Καλφάδες έχτισαν τις αποθήκες τους με πέτρα, τις περιφράξεις τους για τους μπαχτσέδες και έβαζαν και την πόρτα στο καινούργιο σπιτικό αυτή η πόρτα έκλεινε την ευτυχία τους και την χαρά τους.
Όταν έκλεισαν την πρώτη μέρα την πόρτα αυτού του σπιτικού , δεν πίστευαν ότι τελείωσαν τα βάσανά τους και μπήκαν στους ρυθμούς της ζωής ,ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν , γέννησαν, μεγάλωσαν παιδιά, έζησαν χαρές και λύπες .
Έβαψαν τα σπίτια με ασβέστη και ώχρα και λίγο λουλάκι μέσα στον ασβέστη έδινε το γαλάζιο χρώμα. Όπου είχαν τα πλαϊνά των παραθύρων και το περβάζι κάτω με μια κλωστή, βουτηγμένη μέσα στην μπογιά, έκαμναν το σχέδιό του και δεν ξέφευγε. Και ήταν όλα με λεπτομέρεια.
Οι περιφράξεις είχαν χοντρές κολώνες σαν σπιτάκια, με ένα ιδιαίτερο σχήμα, άσπρες φρεσκοβαμμένες.
Το σπίτι μέσα είχε ξύλινα πατώματα, οι πόρτες ήταν ξύλινες με σανίδια οριζόντια και χαραμάδες, η κουζίνα το «τεζιάκκ» ήταν χτιστή και είχε χωρίσματα στο κάτω μέρος ,και οι νοικοκυρές έβαζαν με το λάστιχο τα κουρτινάκια. Το « μουσλούκκ» ήταν μεταλλικό κουτί με βρυσούλα που το γέμιζαν με νερό και χρησίμευε ως νιπτήρας . Από πάνω κρεμασμένο ένα καθρεφτάκι για να νίβονται ,να ξυρίζονται και να χτενίζονται..
Τα παράθυρα ήταν χωρισμένα στην μέση και άνοιγαν προς τα πάνω ένα ξυλάκι συγκρατούσε το μισό ανοικτό παράθυρο. Παραθυρόφυλλα (παντζούρια) δεν είχαν , γι’ αυτό θυμόμαστε τις μαμάδες μας που έβαζαν μπλε κόλλα ,για την προστασία από τον ήλιο.
Τα σπίτια του Εποικισμού είχαν δύο εισόδους,
Η μια ήταν στην μεριά του δρόμου και αυτή ήταν η κύρια ,επίσημη είσοδος που συναντούσε το σαλονάκι . Δεξιά και αριστερά ήταν τα δωμάτια και προς τα έσω του οικοπέδου ήταν η κουζίνα , από την κάτω πλευρά του σπιτιού, που η πόρτα της οδηγούσε στην αυλή .Εκεί κάθε μέρα η νοικοκυρά έκανε τα ,’’πάνε έλα της,» αυλίζονταν», στο «κουμάς» το κοτέτσι να ταΐσει τις κοτούλες της και να μαζέψει τα αυγά, στο πηγάδι για το νερό , στον φούρνο για να ψήσει το ψωμί ή το φαγητό της, στην αποθήκη να ετοιμάσει τα αυγά για την κλώσσα, να ετοιμάσει τα τουρσιά της , στο υπόστεγο να ανάψει το καζάνι για ζεστό νερό και να ξεκινήσει την μπουγάδα της .Στην αυλή να καθαρίσει το σύρμα της απλώστρας που το» νταγιάκωνε», στήριζε με ένα ξύλο και μόλις ακούσει το κάρο με τα άλογα να μπαίνει στην αυλή, να βοηθήσει και τον άνδρα της στο ξεφόρτωμα, στάρι η χόρτα.
Όλες τις δουλειές τις έκανε αγόγγυστα και ήταν ευχαριστημένη με την ζωή της και μοίραζε αγάπη και χαμόγελα.
Με τόσες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, προχωρούσαν μπροστά και μας έδειχναν τον δρόμο !