Όσα Φύλαξε το -Όγλου 

Όσα Φύλαξε το -Όγλου 

 Στη Νέα Δήμητρα, αν ακούσεις τα βήματα των παλιών προσφύγων στις σιωπηλές αυλές, θα νομίσεις πως περπατούν ακόμη οι άνθρωποι της Πατρίδας. Αυτοί που ήρθαν μια φορά για πάντα, με την ψυχή φορτωμένη κι ένα όνομα για κειμήλιο. 

Ήταν τα ονόματα που τελείωναν σε –όγλου, μια κατάληξη που έσταζε αλάτι από τον Βόσπορο , χώμα από τη Θράκη και καημό από την Ανατολή. Δεν ήταν ξενικά, όπως νομίζουν αλλά ήταν ελληνικά, φτιαγμένα στα παζάρια και στις αυλές των χωριών, βαφτισμένα ξανά με ιδρώτα στο νέο χώμα της Νέας Δήμητρας. Από την Πατρίδα ήρθαν δέκα πέντε  οικογένειες μ’ αυτά τα επίθετα. 

Κάποια τα κατάπιε ο χρόνος :  Αβτζόγλου, Καραμόσχογλου, Κεμπαπτσόγλου και δεν υπάρχει κανείς πια να τα φωνάξει στο καφενείο ή στο χωράφι.  

Άλλα άλλαξαν , για να ταιριάξουν στις καινούριες συνήθειες: το Γιάγκογλου έγινε για κάποιους Ιωαννίδης, το Παπάζογλου έγινε Παπαδόπουλος, το Τσαλίκογλου έγινε Τσαλικίδης, το Κυριάκογλου έγινε Κυριακίδης, και το Μπόσκογλου συντομεύτηκε σε Μπόσκο. Μα η ρίζα έμεινε . 

Και όμως, κάποια ονόματα άντεξαν :  Τσιφτσόγλου, Γιάγκογλου, Εσκιόγλου, Σοαντζόγλου, Τατάρογλου, Καλλιόγλου, Μάρογλου. Είναι οι φωνές που αντηχούν ακόμη στις γιορτές, οι υπογραφές που γράφονται στα σχολικά τετράδια . 

Κάθε φορά που προφέρεται ένα τέτοιο επίθετο, δεν ακούς μόνο το παρόν αλλά ακούς και το παρελθόν. 

  Γιατί στη Νέα Δήμητρα τα ονόματα  είναι ιστορίες, ρίζες και μνήμες .  

Περπατάμε στους δρόμους της Νέας Δήμητρας και σε κάθε γωνιά συναντάμε ένα από αυτά τα επίθετα και την ιστορία του. 

Στη γωνιά του παλιού καφενείου, εκεί που μυρίζει ακόμη καφές από μπρίκι και καπνός, καθόταν κάποτε ο Τσιφτσόγλου. Ένας άνθρωπος με μάτια γαλανά  και χέρια γεμάτα κάλους. Το επίθετό του ερχόταν από τα τσιφλίκια της Ανατολής, μα εδώ έγινε σύμβολο δουλειάς και αξιοσύνης. 

Λίγο πιο πέρα , άκουγες το γέλιο του Γιάγκογλου. Ήταν έμπορος , άνθρωπος της κουβέντας. Κάποιοι από τη γενιά του το άλλαξαν σε Ιωαννίδης, για να μοιάζει πιο ελληνικό . Μα όποιος ξέρει, ξέρει.  Πίσω από το Ιωαννίδης στέκει πάντα ο παλιός Γιάγκογλου. 

Στην άκρη της Πλατέας είχε το μπακαλικό του ο Κεμπαπτσόγλου.  Από την πατρίδα κουβάλησε μαζί του την τέχνη της αγιογραφίας. Στη Νέα Δήμητρα έφτιαχνε εικονίσματα και πολλοί έχουν ακόμη στις γωνιές των σπιτιών τους, το έργο του. 

Στο σπίτι  με τις καρυδιές, έβρισκες τον Τατάρογλου. Ψηλός, αδύνατος, με βήμα γρήγορο, λες και δεν τον έπιανε ποτέ η κούραση. 

Μεγάλη οικογένεια η Εσκιόγλου ,που πρώτα ήταν Δημητριάδη.  

Ο Καλλιόγλου  κι αυτός νοικοκύρης. Ο  Μάρογλου  που ήρθε από την Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας,  ήταν  εργάτης σε μύλο και εγγεγραμμένος στο ταμείο Μυλωθρών του καιρού εκείνου .  

Και στον κεντρικό δρόμο της Νέας Δήμητρας το μπακάλικο του Σοαντζόγλου και τα  παιδιά  του  που έκαναν όνομα στο χωριό. 

Κι ύστερα, πιο παλιά, υπήρχαν κι άλλα. Ο  Αυτζόγλου, κυνηγός και μερακλής . Ο Καραμόσχογλου με τα μασάλια του . 

Ο Κεμπαπτσόγλου, στο μπακάλικό του . 

 Αυτά τα ονόματα σβήσανε από τα κιτάπια του χωριού, μα μένουν σε αφηγήσεις και σε φωτογραφίες που κιτρινίζουν στα μπαούλα. 

Κάποια, όπως το Παπάζογλου που έγινε Παπαδόπουλος ή το Τσαλίκογλου που έγινε Τσαλικίδης, άλλαξαν μορφή, μα ο κορμός είναι ο ίδιος. 

Στη Νέα Δήμητρα, η κατάληξη –όγλου δεν είναι απλώς γλωσσικό κατάλοιπο. Είναι ρίζα βαθιά, που ξεκινά από τη Μικρασία και την Ανατολική Θράκη, περνάει από τη θάλασσα και φυτεύεται εδώ. Και κάθε φορά που κάποιος λέει «εγώ είμαι του τάδε –όγλου», η γη και η μνήμη κάνουν ένα μικρό, αδιόρατο χαμόγελο. 

Και καθώς  κάθομαι ένα καλοκαιρινό απόγευμα, στην  Πλατέα της Νέας Δήμητρας,  ένας παλιός ,ο Κυριάκος ο Κυριακίδης της Κεράτσας , μου λέει ιστορίες πίνοντας τον ελληνικό του αργά. 

“Άκου να δεις, παιδί μου…” μου λέει . 

«Η Νέα Δήμητρα, τότε που ήρθαμε απ’ την Πατρίδα, γέμισε ονόματα με το –όγλου στο τέλος. Μην ακούς που λένε πως είναι τούρκικα. Αυτά είναι ελληνικά, βαφτισμένα με τον ιδρώτα των δικών μας. Από  εκεί ήρθαν δέκα πέντε οικογένειες  και το χωριό έπαιρνε χρώμα από τα ονόματά τους. 

Ο Τσιφτσόγλου… Α, αυτός ήτανε γερό σκαρί. Στα χωράφια πρώτος. Το όνομά του το ‘φερε από τσιφλίκι. 

Ο Γιάγκογλου… μερακλής και πραματευτής. Τον ήξερ’ όλος ο νομός. Κάποιοι απ’ τη γενιά του το αλλάξανε σε Ιωαννίδης για να μοιάζει πιο ντόπιο, μα όποιος έζησε τότε ξέρει , ο Γιάγκογλου ήτανε πάντα Γιάγκογλου. 

Ο Κεμπαπτσόγλου… ήτανε χρυσοχέρης με τη ζωγραφική . Έφτιαχνε εικονίσματα.  

Ο Τατάρογλου… δουλευταράς. Δεν καθόταν στιγμή. Ζώα,σπαρτά . 

Ο Καλλιόγλου… εργατικός, νοικοκύρης   

Και ο Μάρογλου… ήρθε φτωχός, μα ήξερε να δουλεύει. 

Α, και υπήρχαν κι άλλοι… Ο Αυτζόγλου, ο  Καραμόσχογλου,  ο Κεμπαπτσόγλου. Αυτοί χαθήκανε, παιδί μου. Δεν έμεινε ούτε το όνομα. 

Κι άλλοι άλλαξαν ρούχα: το Παπάζογλου έγινε Παπαδόπουλος, το Τσαλίκογλου έγινε Τσαλικίδης, το Κυριάκογλου έγινε Κυριακίδης, το Μποσκόγλου έγινε Μπόσκος. Μα να ξέρεις , το αίμα και η μνήμη δε νοιάζονται για τις ταμπέλες. 

Να θυμάσαι, παιδί μου Το –όγλου κουβαλάει θάλασσα, χώμα και ξεριζωμό. Κι όσο υπάρχουν στόματα να το προφέρουν, οι δικοί μας θα περπατάνε ακόμη στα σοκάκια της Νέας Δήμητρας”. 

Ο θείος Κυριάκος ο Κυριακίδης , κλείνει την κουβέντα του .  

“Να θυμάσαι, παιδί μου… τα ονόματα είναι σαν τα δέντρα. Μπορεί να κλαδευτούν, να αλλάξουν σχήμα, μα η ρίζα μένει βαθιά στο χώμα. Και το –όγλου… είναι η δική μας ρίζα. Εδώ και στην Πατρίδα.” 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή