Χαιρετισμός από την άλλη Όχθη (Α’ Μέρος )
Από καιρό είχαμε σκεφτεί στην Νέα Δήμητρα την επίσκεψη στα πατρογονικά εδάφη . Δεν ήταν μια απλή εκδρομή σαν τις άλλες . Ήταν ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, στα χώματα που γέννησαν και μεγάλωσαν τους προγόνους μας . Ο τόπος εκείνος, που ακόμα και σήμερα τον αποκαλούμε « Πατρίδα « ζούσε στις αφηγήσεις των γιαγιάδων μας , στις ιστορίες που μας έλεγαν γύρω από την φωτιά . Τώρα ήρθε η ώρα να δούμε με τα μάτια μας εκείνα τα χώματα , τα σπίτια , τα πηγάδια και τα μονοπάτια που τόσο συχνά περιγράφονταν στις διηγήσεις τους .
Το λεωφορείο ήταν γεμάτο προσμονή . Πρόσωπα γεμάτα σκέψεις, με βλέμματα που κοιτούσαν μακριά , πιο μακριά κι από τον δρόμο που απλωνόταν μπροστά μας . Στην ομάδα ήταν αρκετοί χωριανοί . Κάποιος κρατούσε μια μικρή σακούλα με λίγο χώμα από την Νέα Δήμητρα, για να το ενώσουν με το χώμα της Πατρίδας, είπε ο κυρ – Νίκος ο Πραξιγάς και όλοι κούνησαν το κεφάλι τους καταφατικά.
Μα πιο πολύ από όλους , όλοι κοίταζαν τον θείο Παναγιώτη Παρπαρά. Ήταν ο μεγαλύτερος της ομάδας και είχε ακούσει από τον ίδιο του τον μπαμπά , τις περιγραφές του παλιού χωριού , του Όκλαλι , στην Τσατάλτζα της Ανατολικής Θράκης.
« Θα τα θυμηθώ όλα ! Μου τάλεγε ο μπαμπάς μου , λες και ήταν χθες « . Ο θείος Παναγιώτης ήταν ο σύνδεσμος με το παρελθόν . Μετά από ώρες ταξιδιού , το λεωφορείο άρχισε να σκαρφαλώνει στους λόφους . Ο οδηγός φώναξε _ ” Σε λίγα λεπτά θα φτάσουμε»
Τα πρόσωπά μας φωτίστηκαν . Σηκωθήκαμε όρθιοι και καρφώσαμε τα μάτια μας στο παράθυρο . Τα δέντρα , οι πέτρες , τα βουνά …Κάτι από όλα αυτά έμοιαζε γνώριμο . Λες και το είχαμε ξαναδεί ! Το λεωφορείο σταμάτησε στην πλατεία . Πρώτος κατέβηκε ο θείος Παναγιώτης . Τα χέρια του έτρεμαν ,αλλά το βήμα του ήταν σταθερό. Περπάτησε λίγα βήματα , έσκυψε , έπιασε μια χούφτα χώμα και το έσφιξε στο χέρι του .
«’ Εδώ είμαστε» ψιθύρισε . « Στο σπίτι μας « . Τα λόγια του ράγισαν τις καρδιές μας !
Περπατήσαμε στο χωριό . Οι παλιοί δρόμοι ήταν ακόμη εκεί , αλλά τα σπίτια είχαν αλλάξει .Άλλα ήταν ερείπια , άλλα είχαν επισκευαστεί, κάποια έγιναν αποθήκες . Στα μάτια μας όμως κάθε πέτρα ήταν ιερή .
Εδώ ήταν το σπίτι του παππού μου , φώναξε η Φανή και έδειξε μια αυλή με πέτρινους τοίχους . Έτρεξε κοντά και έσκυψε σε μια μεγάλη πέτρα. _»Αυτή η πέτρα εδώ … ήταν το κατώφλι ! Από δω βγήκαν όταν έφυγαν ! « είπε συγκινημένη .
Κάποιοι από την ομάδα δάκρυσαν .
Καθώς προχωρούσαμε ακούστηκε μια φωνή από μακριά .
«Μέραμπά , χόςγκελντινίζ» ( Γειά σας , καλώς ήρθατε ).
‘Ένας ηλικιωμένος Τούρκος πλησίαζε από την πλατεία . _»Από πού είστε», ρώτησε στα τούρκικα .
_»Από την Ελλάδα « του απάντησε ο θείος Παναγιώτης .
_»Κι εγώ … κι εγώ από την Ελλάδα ήρθα « απάντησε στα ελληνικά και η φωνή του έσπασε .» Μικρό παιδί ήμουν . Από την Καβάλα μας έστειλαν εδώ . Φύγαμε με ένα μπαούλο και λίγο ψωμί . Ήμασταν κι εμείς πρόσφυγες» . Ήταν και αυτός πρόσφυγας, αλλά από την άλλη πλευρά. Τα λόγια του έπεσαν πάνω μας σαν κεραυνός . Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον και οι ιστορίες μας , ξαφνικά , έμοιαζαν ίδιες .
_»Οι γονείς μου έκλαιγαν κάθε βράδυ «, συνέχισε ο Τούρκος . Γύρισε το κεφάλι του και έδειξε μια κληματαριά που είχε απλώσει τα κλαδιά της ._ «Αυτή η κληματαριά ήταν του Ρωμιού που έμενε εδώ ! « Δεν την έκοψα , την κράτησα . Και ξέρεις γιατί ; ” Ο θείος Παναγιώτης τον κοίταξε στα μάτια και περίμενε την απάντηση .
_»Γιατί οι ρίζες της ήταν βαθιές «. Κάποιοι από την ομάδα άρχισαν να κλαίνε .
_»Ο ρίζες της …. Όπως και οι δικές μας « είπε ο κύριος Ανδρέας . Τίποτε δεν ξεχνάει ο τόπος , Εδώ μένει η μνήμη και δεν ξεριζώνεται .
Περάσαμε πολλές ώρες στο χωριό . Αγγίξαμε τις πέτρες των σπιτιών , σκύψαμε να μαζέψουμε λίγο χώμα να το πάρουμε μαζί μας πίσω στην Νέα Δήμητρα. Ο θείος Πραξιγάς έριξε το χώμα στην πλατεία του χωριού . Το έριξε σιγά – σιγά σαν να έσπερνε μνήμες στη γη . Δύο γαίες χωρισμένες από την Ιστορία.
Ο θείος Παναγιώτης βρήκε τον τόπο πολλών σπιτιών και σταμάτησε μπροστά σε μια μεγάλη καρυδιά . Εδώ ήταν το σπίτι του Τσάκου του Νικόλα και έδειξε τα χαλάσματα και μπροστά είχε μια μεγάλη καρυδιά. Εδώ έτρεξα και έκοψα ένα καρυδάκι με τα φύλλα του και ένα κεραμιδάκι πεταμένο κάτω από την σκεπή . Τα φίλησα και τα έβαλα στην τσάντα μου συγκινημένη .
_»Και εκεί, εκεί απέναντι» φώναξε» είναι το σπίτι του Γκόγκου! « Οι νεότεροι κοιτούσαν με θαυμασμό και οι μεγαλύτεροι έκλαιγαν σιωπηλά . Ο θείος Παναγιώτης ήταν ασταμάτητος. Προχωρούσε και έδειχνε μέρη που μόνο εκείνος μπορούσε να δει ολοκάθαρα .
_»Εδώ το σπίτι του Απόστολου του Βασιλειάδη ….κι εδώ το πηγάδι που έπιναν νερό «!
Η μέρα προχώρησε . Γυρίσαμε κάθε γωνιά του χωριού και επισκεφθήκαμε και τα μνήματα . Κάτι ιερό μας καλούσε κι εκεί . Πέτρινες πλάκες μισοθαμμένες στη γη , ξεχασμένες από τον χρόνο ,αλλά όχι από την μνήμη . Τα ονόματα πάνω στις στήλες ήταν πιά σβησμένα , όμως ήξερα πως κάτω από εκείνα τα χώματα κείτονταν οι πρόγονοί μας . Στάθηκα σιωπηλή , δεν χρειαζόταν να πω τίποτα , μονάχα ψιθύρισα ένα « δεν σας ξεχάσαμε «!
Πέρασαν οι ώρες στα σοκάκια του χωριού . Μαζευτήκαμε στην πλατεία του χωριού για να αναχωρήσουμε . Ο Τούρκος φίλος μάς αποχαιρέτισε γεμάτος θλίψη . Έμεινε για λίγο σιωπηλός κοιτώντας μας στα μάτια . «Να τους πείτε χαιρετίσματα» και το βλέμμα του βάρυνε ! Με αυτήν την φράση , δεν χαιρετούσε απλώς τους ανθρώπους . Χαιρέτησε την μνήμη , την ιστορία και την κοινή μοίρα που μας ενώνει .
Κοιτάξαμε έξω από το παράθυρο του λεωφορείου. Το χωριό έμενε πίσω , αλλά οι ρίζες του ήταν τώρα και δικές μας . Όχι μόνο το χώμα που αφήσαμε ,αλλά και οι ιστορίες που κουβαλούσαμε στις καρδιές μας !
Το ταξίδι στην Πατρίδα έγινε τον Οκτώβριο του 2010 . Καθοριστικό και διοργανωτικό ρόλο σε αυτό το ταξίδι είχαν ο Σύλλογος των Απανταχού Νεοδημητριωτών «Οι Μέτρες» , ο συγγραφέας χωριανός μας Γεώργιος Μάνος και ο αξέχαστος χωριανός μας Λεωνίδας Λεβενταράς ,που η καρδιά του χτυπούσε για τις ρίζες μας και η μνήμη του θα παραμείνει ζωντανή μέσα από αυτήν την αγάπη του για την Πατρίδα . Χάρη στην προσπάθεια όλων είχαμε την ευκαιρία να βιώσουμε αυτήν την μοναδική εμπειρία .
Οι εκδρομείς – προσκυνητές ήταν ο Γιώργος ο Μάνος με την σύζυγό του , ο Παναγιώτης Παρπαράς με την κόρη του Χρύσα, ο Στέργιος και ο Σταύρος Τσιφτσόγλου , ο Δημήτρης με την Νούλα Στράντζαλη, η Ραλλού Νατσοπούλου με τον σύζυγό της Λεωνίδα Λεβενταρά ,η Νούλα Τσιφτσόγλου, η Φανή Σωτηριάδου , η Βασιλική η κόρη του Παπαδά μετά του συζύγου της Ανδρέα Λιονή , η Αδαμαντούλα Ταυλαράκη μετά του συζύγου της , η Τασούλα Ιωακειμίδου με τον συζυγό της Παπαδημητρίου που ήταν γιος Νεοδημητριώτισσας , ο Χρήστος και ο Γιώργος Γκόγκος, ο Θεόδωρος Σολομωνίδης με την Ασπασούλα , ο Νίκος ο Πραξιγάς με την Ευλαμπία, ο Θανάσης ο Πραξιγάς με την Ευγενούλα ,ο Ξενοφών Στεργιάδης και η αδελφή του Αθηνά , η Πασχαλιώ Αναστασιάδου με τον γιο της Κλεάνθη , ο Οδυσσέας Κυριακίδης και η Στέλλα , ο Αλέκος Παρπαράς μετά της συζύγου του, η Ελένη Ιωακειμίδου με τον σύζυγό της , η Ευδοξία Χατζοπούλου, η Άννα Γιοβαντσάκη .
Είναι όλοι αυτοί που αντίκρισαν τότε τις χαμένες πατρίδες , που δεν είναι απλώς τόποι πάνω στο χάρτη αλλά κομμάτια της ιστορίας μας και της ψυχής μας . Κάθε πέτρα και κάθε δρόμος που τους συντρόφευε , ψιθύριζε ιστορίες από το παρελθόν, που μας καλούσε να μην ξεχάσουμε !
Να θυμόμαστε και εκείνους τους αγαπημένους εκδρομείς – προσκυνητές που κάποτε περπάτησαν δίπλα μας και τώρα δεν είναι πια εδώ .
Τους αφιερώνουμε λοιπόν τούτο το ταξίδι με την ευχή να παραμείνουν για πάντα ζωντανοί στις καρδιές μας !
Συνεχίζεται
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2024