Φλακ Μπαρ στη Νέα Δήμητρα ;
Η νύχτα απλωνόταν πάνω από το χωριό μας ,ζεστή και γεμάτη υποσχέσεις . Η μουσική από το Φλάκ Μπαρ έφτανε σε όλες τις γειτονιές. Ήταν μια εποχή που η ζωή ξαναγεννιόταν από τις στάχτες της. Ο κόσμος κουβαλούσε ακόμα τις πληγές του πολέμου και του εμφυλίου ,αλλά απόψε δεν ήθελε να θυμάται . Απόψε ήθελε να τραγουδήσει ,να γελάσει , να ερωτευτεί .Στο μαγαζί η ατμόσφαιρα είχε πυκνώσει από τσιγαρόκαπνο και αρώματα . Ο Γιώργος ο Αρβανιτίδης , ο ιδιοκτήτης , περιφερόταν ανάμεσα στα τραπέζια με το αιώνιο χαμόγελό του ,φροντίζοντας να μη λείπει τίποτα από κανέναν. Ήξερε πως το μυστικό για ένα επιτυχημένο μαγαζί δεν ήταν μόνο το καλό κρασί και οι μεζέδες ,αλλά και η φροντίδα που έδειχνες στους θαμώνες σου .
Εκεί δίνονταν χοροί και χοροεσπερίδες και το γλέντι ήταν ξέφρενο.
Ήταν η δεκαετία του ’50. Η δεκαετία αυτή ήταν η χρυσή . Ο λαός έβγαινε από μια άλλη δεκαετία γεμάτη πόνο ,μίσος και απόγνωση και ήταν βαριά ηττημένος και πληγωμένος .
Και ανάμεσα στην απόγνωση και την περηφάνια του , αγωνιζόταν να στηριχθεί στα πόδια του .Ερωτεύτηκε, αγάπησε, φλέρταρε ‘κόρτεψε’ ,παντρεύτηκε. Και ξέδωσε με τον χορό και την μουσική .
Εδώ στο Φλακ μπαρ, έπαιζε το γραμμόφωνο και η μουσική ξεσήκωνε όλους .
Ας πάμε νοερά να ζήσουμε ένα γλέντι του καιρού εκείνου .Ας δούμε τα ζευγάρια της εποχής εκείνης…
Στην παρέα κάθονταν ο Τάσος Τσιφτσόγλου με τη Φωτούλα , ο Βασίλης ο Τσαλικίδης με την Σοφία , ο Γκόγκος ο Κώτσος με την Ρίτα , ο Παπαδόπουλος ο Χρηστάκης με την Αναστασία , ο Νίκος Τριανταφυλλίδης με την Βασιλική , ο Χρήστος ο Καλφόπουλος με την Παναγιώτα και ο Πλαταράς ο Γιώργος με την Ελενιώ.
Στο γραμμόφωνο έπαιζε ταγκό και ο Πλαταράς το χόρευε με το ταίρι του . Οι νότες γέμισαν τον χώρο και δεν έχουμε δει πιο όμορφο χορό καθώς οι χορευτές έκαναν δύσκολες φιγούρες και είχαν δεξιότητα και ευλυγισία . Η Ελενιώ ακολουθούσε όλες τις φιγούρες και όλοι τους χειροκροτούσαν .
Το γραμμόφωνο έπαιζε γνώριμους σκοπούς και η μπύρα έφερνε το κέφι .
«Είδα κι έπαθα κυρά μου
Να σε φέρω στα νερά μου,
Πω πω κάτι μάτια μ’ έκαναν κομμάτια ,
Πω πω ένα στόμα φίλα με ακόμα « χμμμμ, τολμηρό για την εποχή .
Σε άλλη ομήγυρη ήταν ο Διαμαντής ο Λεβενταράς με την Τασούλα , ο Βασίλης ο Γκάιτατζης με την Νούλα , ο Βασίλης ο Βασιλόπουλος με την Φωτεινή , ο Δημητρός ο Εσκιόγλου με τη Σμαρούλα , ο Χρήστος ο Γκόγκος με την Δόμνα , ο Χρήστος ο Καραμανλής με την Βασούλα .
« Όσα αξίζεις εσύ κι η καρδιά σου η χρυσή δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός και όλη η γη ….» και έριχναν ματιές οι ερωτευμένοι, για να επιβεβαιώσουν το τραγούδι .
Και « Συ μου χάραξες πορεία , εσύ γλυκειά μου αμαρτία ….» τραγουδούσε γλυκά η Μαίρη Λίντα και η ευφορία τους ανέβαινε στα ουράνια , δίπλα στην καλή της καρδιάς τους .
Δεν χρειάζονταν πολλά πράγματα για να νιώθουν ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Η μουσική τους ανέβαζε ψηλά και άγγιζε τις ερωτευμένες τους καρδιές Στο Φλακ Μπαρ τις νύχτες εκείνες του ’50 , παρόλες τις δυσκολίες, η ζωή δεν έκανε ανακωχή με τις αναμνήσεις . Έκανε μόνο στάση για χορό …
Την ίδια περίοδο είχε ανοίξει και ένα ακόμη καφενείο ουζερί. Βρισκόταν δίπλα στο σπίτι του Κυριακίδη Θανάση , στην γωνία . Μέσα ήταν και το κουρείο του γιού του Κυριάκου .Το λειτουργούσαν μαζί πατέρας και γιος και ήταν ανοικτό και το βράδυ . Το όνομά του …Φλακ μπαράκι ! Γιατί ήταν μια μικρογραφία του μεγάλου μπαρ, του Γιώργου Αρβανιτίδη . Ο νονός του ήταν ο Κεμπαπτσόγλου που το βάφτισε με αυτό το όνομα.
Και εδώ οι νέοι της εποχής εκείνης έσβηναν, τους καημούς και τα ντέρτια τους . Τα τραγούδια της δεκαετίας αυτής του ’50 , αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν μέσα από σοβαρά προβλήματα πολιτικά και οικονομικά . Πήγαιναν εκεί, γιατί ήταν βάλσαμο γι’ αυτούς ,για να νοιώσουν ανακούφιση , για να συνοδέψουν τον μεζέ τους με το ούζο, που θα τους έφερνε σε ευφορία .
Εδώ ερχόταν ο Τάσος ο Τσιφτσόγλου , ο Γιακίμς ο Ιωακειμίδης , ο Στέργιος ο Φωτιάδης , ο Γιώργης ο Τσαλικίδης, ο Νίκος ο Ιωακειμίδης , ο Χρήστος ο Εσκιόγλου ,ο Νίκος ο Τριανταφυλλίδης , ο Μπούλης ο Τσιφτσής , ο Θανάσης ο Γκοτζίδης , ο Μήτσος ο Κυριακίδης , ο Απόστολος ο Τσιφτσής ,ο Θανάσης Νατσόπουλος, ο Γιώργος ο Καραγιαννίδης , ο Φώτης ο Καλλιόγλου …Και άλλοι τόσοι νέοι του χωριού . Ήταν τα ελεύθερα νιάτα της εποχής εκείνης , που είχαν στο μυαλό τους και στην καρδιά τους, κάποια ωραία νέα του χωριού .
Τα τραγούδια στο γραμμόφωνο , με την φωνή του Τσιτσάνη , του Χιώτη και της Λίντα , του Γαβαλά , του Τσαουσάκη, του Ζαγοραίου , του Καζαντζίδη, της Μάγιας Μελάγια , της Μαρίκας Νίνου και της Καίτης Μπελίντα .
« Άναψε το τσιγάρο, δος μου φωτιά , έχω μεγάλο ντέρντι μες την καρδιά…»
«Αααχ μη με τυραννάς, πες μου πια πως μ’αγαπάς, δεν λυπάσαι , δεν πονάς ,
Μες το κρασί μου ξεχνώ τον καημό μου …εγώ για σένα πονώ …’»
Ο Κυριάκος σερβίρει τους μεζέδες , ντομάτα, ελιά , κολιός ή ρέγγα και τουρσί . Το ούζο γαργαλάει τον ουρανίσκο και ο μεζές τον ευχαριστεί. Εκεί σερβίρουν καφέ , κονιάκ και κρασί .
Και ο ερωτευμένος τραγουδάει και ρωτάει την καλή του :
«Γιατί γλυκειά μου κλαίς και σήμερα και χθες
Και την καρδιά μου σκίζεις, χωρίς να μου το λες …»
Και μέσα στην απελπισία του, συμφωνεί με την ερμηνεύτρια του τραγουδιού ….
«Τι σήμερα , τι αύριο , τι τώρα… κι αν περιμένουμε , τι θα κερδίσουμε…αφού μας πήρε πια η κατηφόρα , καλύτερα να χωρίσουμε , αφού δεν γίνεται μαζί να ζήσουμε …»
« Εγώ όμως προτιμώ την μαύρη γης να πάρω χωρίς να σ’ αρνηθώ…»
Και ευτυχώς. Δεν είχαμε τέτοια άσχημα περιστατικά . Από ότι φάνηκε οι έρωτες αυτοί καλλιεργήθηκαν, φούντωσαν , είχαν ανταπόκριση και οδηγήθηκαν σε αίσιο τέλος , στον γάμο .
Τα τραγούδια της ξενιτιάς είχαν κι αυτά απήχηση στους θαμώνες του ουζερί.
«Κάποια μάνα αναστενάζει, μέρα νύχτα ανησυχεί,το παιδί της περιμένει , που έχει χρόνια να το δει …’»
Ευτυχώς, στο χωριό μας δεν έφυγαν πολλοί στην ξενιτιά . Οι περισσότεροι έμειναν εδώ ,με το χωραφάκι τους και το νερό που τους έδινε το ψωμί τους . Το ποσοστό των ανθρώπων που έφυγε στις φάμπρικες της ξενιτιάς, ήταν μικρό .Ίσως και ο χαρακτήρας τους δεν ήταν των μεγάλων αποφάσεων. Βέβαια κάποιοι αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν και να αποκομίσουν και τα καλά της ξενιτιάς και τα άσχημα , που ήταν η απομάκρυνση από τον γενέθλιο τόπο τους και το να ζουν με την νοσταλγία της επιστροφής.
Αα …με συνεπήρε το τραγούδι της ξενιτιάς και πελαγοδρόμησα….
Γρήγορα , επιστροφή στο Φλακμπαράκι .
Τις γιορτινές μέρες γινόταν χοροεσπερίδες και έρχονταν και τα νεαρά κορίτσια της εποχής . Η Νούλα η Στράντζαλη , η Δόξα η Μάρογλου , η Βασιλική η Τσιφτσή, η Δόμνα η Καλλιόγλου , η Ευθυμία η Τσαλικίδου, η Αλκμήνη η Κυριακίδου , η Ελένη η Τσαλικίδου … Έρχονταν με τα καλά τους ,με το ροδαλό της νιότης στα μάγουλα ,με το βλέμμα χαμηλωμένο , αλλά γεμάτο προσδοκία .
Η μουσική ξεκινούσε και μαζί της και ο χορός . Στην αρχή διστακτικά. Μετά πιο ζωηρά ,σαν να ξεχνούσαν για λίγο τα πρέπει και τα μη . Ήταν στιγμές που έμειναν για πάντα . Γιατί μπορεί να πέρασαν χρόνια ,να άλλαξαν οι καιροί ,να λιγόστεψαν οι φωνές ,αλλά αν σταθείς για μια στιγμή στη γωνία του παλιού ουζερί ,αν αφήσεις την καρδιά σου να αφουγκραστεί ,ίσως ακούσεις ακόμα ένα γέλιο να σμίγει με ένα τραγούδι .
Και τότε θα ξέρεις πως τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια .
Ελένη Τσιφτσόγλου 2022