Φεύγουν τα Νιάτα στη Νέα Δήμητρα
Ήταν 19 Δεκεμβρίου 1976 όταν το κακό μαντάτο έφτασε στο χωριό . Πέθανε η Καλλιοπίτσα .
Η Καλλιοπίτσα ήταν μια ψηλή ,όμορφη γυναίκα, η κόρη της Δαφνιώς και του Θανάση του Γκάιτατζη της Νέας Δήμητρας. Κανείς δεν τη θυμόταν σκυθρωπή . Πάντα γελούσε. Ήταν η πιο χαρούμενη , η πιο αισιόδοξη στην παρέα της . Μα η ζωή όταν θέλει να δοκιμάσει έναν άνθρωπο ,δεν υπολογίζει ούτε το χαμόγελο ούτε την ζωντάνια .
Ήταν δεν ήταν στα δεκαεφτά της όταν την πάντρεψαν, σε ένα κοντινό χωριό . Πίστευε και αυτή πως θα είναι καλύτερα , θα γλυτώσει από τις δυσκολίες και την ανέχεια της οικογένειας. Μα σαν πήγε νύφη σε αυτήν την οικογένεια άσπρη μέρα δεν είδε . Πήγαινε στο χωράφι με τα πεθερικά της αλλά ο άνδρας της ξαπλωμένος, όλη μέρα κάτω από τον ίσκιο μιας μουριάς . Η νέα ζωή που πίστευε ότι θα ήταν καλύτερη την εγκλώβισε σε έναν κόσμο γεμάτο μοναξιά ,πέτρες και αγκάθια .
Η μάνα της, της έλεγε να κάνει υπομονή, μήπως και αλλάξουν τα πράγματα .Πέρασαν έξι μήνες και όλη μέρα στο χωράφι, με ένα αυγό και ένα κομμάτι ψωμί για να επιβιώσει και ένιωθε κάθε μέρα και περισσότερο να χάνει την ελπίδα της .
Η Δαφνιώ η μάνα της την επισκέπτεται και βλέπει τα χάλια της. Ένα αδύνατο κορίτσι απελπισμένο βρήκε και παίρνει την απόφαση . Φορτώνει τα προικιά της στο κάρο και την φέρνει στο χωριό . «Πίσω, δεν την έχω για πέταμα» έλεγε .
Εκείνα τα χρόνια πόσο θάρρος είχε για να πάρει αυτήν την απόφαση. « Καλύτερα ζωντοχήρα στο χωριό, παρά παντρεμένη στον τύραννο» ,έλεγε .Για εκείνα τα χρόνια η γιαγιά μου η Δαφνιώ έδειξε δυναμισμό . Ποιος θα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο .
Στο χωριό, εκείνα τα χρόνια, στην μικρή μας κοινωνία η χωρισμένη από τον άνδρα της ήταν δακτυλοδεικτούμενη. Όπου πατούσε κατηγορούταν, η ζωντοχήρα .Ξεκίνησε από την αρχή .Όμως η ζωή δεν της έκανε εύκολη τη συνέχεια. Και μη αντέχοντας την κατακραυγή πήρε την απόφαση να φύγει στην Γερμανία ,όπως έκαμναν τότε πολλές γυναίκες μόνες τους . Εκεί έμεινε χρόνια, δουλεύοντας στο εργοστάσιο και πρόκοψε αφού από την δούλεψή της αγόρασε το σπίτι της, στην πόλη. Η ζωή έχει απρόβλεπτες αλλαγές . Μετά από προσπάθειες η Καλλιοπίτσα βρήκε την ευτυχία . Στα τριάντα της γνώρισε ένα καλό παλικάρι , τον Λευθέρη , παντρεύτηκε και γέννησε ένα αγοράκι , τον Θανάση .
Και με το μωρό της που ήταν μηνών ακόμη ήρθε στο χωριό να δει τους γονείς της, να δουν το μωρό της και να μοιραστεί την χαρά της .
Εγώ τότε ήμουν δεκατριών χρόνων και η γιαγιά μου η Δαφνιώ με έστειλε στην στάση του λεωφορείου να προϋπαντήσω την θεία μου. Ερχόταν η θεία μου Καλλιόπη με το μωρό της ,είχα χρόνια να τη δω και είχα αγωνία. Έρχεται το λεωφορείο και κατεβαίνει η θεία μου που ήταν πανέμορφη, Φωτεινή γεμάτη χαρά .Το μικράκι της ήταν στην αγκαλιά της. Το φορούσε μια μεγάλη ολόσωμη φόρμα για το κρύο και μέσα από αυτήν ξεπρόβαλλε ένα όμορφο μελαχρινό μουτράκι ,από την κουκουλίτσα . Μου το έδωσε στην αγκαλιά μου και το πήγαινα προσεκτικά στο σπίτι της γιαγιάς μου , στο πατρικό της .
Κάθε μέρα είχε επισκέπτες το σπίτι της γιαγιάς μου . Μόλις τελείωνα το σχολείο κι εγώ ήμουν εκεί ,μόνο που δεν κοιμόμουν το βράδυ στο σπίτι της γιαγιάς μου.
Ξάπλωνα δίπλα στο μικρό μωράκι και το πρόσεχα και ήμουν πολύ χαρούμενη, που η θεία μου ήρθε και ήταν ευτυχισμένη.
Είχα ακούσει πολλές φορές την ιστορία της από την μαμά μου και την σκεφτόμουν πάντα .
Κι ενώ η Καλλιοπίτσα ήταν στην ευτυχία της και στην ολοκλήρωσή της ,η ζωή της έγραψε την ιστορία της με μια αδικαιολόγητη αδικία . Η μοίρα της επεφύλαξε ένα άσχημο χτύπημα . Ο Θεός είχε άλλα σχέδια για αυτήν .Πέρασε τόσα , έπρεπε να ζήσει χαρούμενη .
Μια μέρα παραπονέθηκε για πόνο στο στήθος ενώ ήταν λεχώνα ακόμη και θήλαζε το παιδάκι της. Οι πρακτικές του χωριού είπαν ότι ήταν μαστίτιδα και θυμάμαι που της έβαζαν κρεμμύδια για να πάρει την φλεγμονή. Σαν περνούσε όμως ο καιρός δεν υποχωρούσε και την έστειλαν στον γιατρό . Πόσο κρίμα ,πόσο μεγάλο κακό .Ήταν αυτή η κακιά αρρώστια ! Που δεν λογαριάζει κανέναν , που παίρνει τόσον κόσμο νέο ,που χωρίζει παιδιά από τις μάνες τους, που ρίχνει φωτιά όπου πέφτει .
Πέρασε ένας χρόνος μέσα στα νοσοκομεία με ταλαιπωρία και πόνους και η γιαγιά Δαφνιώ ανέλαβε την φροντίδα του μικρού παιδιού.
Το έπαιρνε στην αγκαλιά της και πήγαινε στο νοσοκομείο, να δουν την μαμά του με τα λεωφορεία και σε αυτήν την άσχημη περίοδο, πάλι η γιαγιά μπροστά . Είχε άρρωστο και τον παππού αλλά τώρα προείχε το βάσανο της κόρης της .
Ο Θεός δεν της χάρισε την ζωή, γιατί είπαμε πως χρειάζεται και τους νέους κοντά του και ήρθε το τέλος της μετά από περίοδο οδύνης, σαν μια ευλογημένη ανακούφιση στον πόνο της . Μετά από ένα χρόνο ταλαιπωρίας ,το χαμόγελό της , που είχε ξαναβρεί μετά από τόσα χρόνια , έσβησε για πάντα .
Ο θάνατός της προκάλεσε θλίψη ,οδύνη, λύπη . Τόσο νέα μόλις τριανταδύο χρόνων έφυγε και μας άφησε να θυμόμαστε το ωραίο χαμόγελό της και την χρυσή της την καρδιά . Για κάποιους η μοίρα είναι πολύ σκληρή και δεν αλλάζει το πεπρωμένο τους .
Ο άνδρας της ήταν από μακρινό μέρος και έμεινε καιρό στην γιαγιά με το παιδάκι . Μετά το άφησε στην γιαγιά, γιατί έπρεπε να δουλέψει.
Η γιαγιά το μεγάλωνε και ορμήνεψε τον γαμπρό της, να φτιάξει την οικογένειά του .Η ίδια δεν μπορούσε να δώσει αυτά που χρειάζεται ένα παιδί ,ήταν πολύ γερασμένη . Πέρασε ο καιρός και ο μικρούλης μεγάλωνε σε μια οικογένεια πιά .
Η ιστορία αυτή δεν είναι τόσο ιδιαίτερη , για μένα βέβαια είναι ξεχωριστή . ‘Ημουν πολύ μικρούλα ,για να μπορέσω να διαχειριστώ τον χαμό της αγαπημένης μου θείας και το σημαντικό επίσης να βλέπω την μαμά μου να κλαίει μαυροφορεμένη.
Όλοι μας έχουμε έλθει κατά πρόσωπο με τον πόνο που μας έχει προκαλέσει η απώλεια αγαπημένων προσώπων , από διάφορες αιτίες. Όλοι οι θάνατοι είναι απώλεια, ο θάνατος όμως νέων ανθρώπων φέρνει έντονο ψυχικό πόνο και έχει συνέπειες, κυρίως της απώλειας του παιδιού ή της μάνας και του πατέρα ,που αφήνουν μικρά ορφανά.
Στην μνήμη της Καλλιοπίτσας η ιστορία της παραμένει αθάνατη . Η ζωή της ήταν ένας αγώνας , γεμάτος πόνο και ανατροπές , αλλά και γεμάτος ελπίδα .
Θα πρέπει να δίνουμε αξία σε αυτά που έχουμε και να εκτιμούμε τα πάντα γύρω μας, να είμαστε άνθρωποι φιλεύσπλαχνοι και να νοιώθουμε τον πόνο των άλλων.
Γιατί η ζωή μας είναι ένας αναβαλλόμενος θάνατο όπως έλεγε ο θεολόγος μας, στο γυμνάσιο, o Μαντζάρης. Τότε μικρές μαθήτριες δεν καταλαβαίναμε το βαθύ νόημα αυτής της ρήσης.
Ένα μνημόσυνο για την αγαπημένη μου θεία Καλλιόπη Γκάιτατζη της Νέας Δήμητρας που η απώλειά της με έχει πονέσει την καρδιά , αλλά και με έχει κάνει να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Το μνημόσυνο αυτό για εκείνη ,είναι για να θυμηθούμε , να τιμήσουμε την ζωή και τον θάνατο , τις χαρές και τις λύπες και την δύναμη των ανθρώπων που αγαπάμε .
Για όλους εκείνους που φεύγουν νέοι ,αφήνοντας πίσω τους κενά που δεν γεμίζουν ποτέ , αναμνήσεις που πονάνε , αλλά και αγάπη που δεν χάνεται .
Η ζωή της Καλλιοπίτσας ήταν ένας αγώνας . Η ιστορία της ,όμως , θα μείνει αθάνατη .