Τσαντίρια στην Νέα Δήμητρα.
Αδέλφια μου, αλήτες πουλιά !
Ήρθαν οι κατσίβελοι στο χωριό ! Τρέξτε πάμε να τους δούμε !
Κατσίβελοι, γύφτοι, Ρομά, τσιγγάνοι…….τόσες λέξεις για μια φυλή που η καταγωγή τους αποτελούσε μυστήριο και περιβάλλονταν από μύθους και μυστήρια !
Πολλά χρόνια πριν κάτω στην Σολτάρα , που είναι μια μεγάλη αλάνα στα δυτικά του χωριού μας, εμφανίστηκαν αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι . Ήταν άνοιξη και ήρθαν ένα ‘τσούρμο’ κόσμος .
‘Έστησαν με μαεστρία και τέχνη δύο μεγάλα τσαντίρια που ήταν σκηνές πάνινες .
Μετά από αέναες περιπλανήσεις σε όλο τον κόσμο κατασκηνώσανε και στο χωριό μας Νέα Δήμητρα.
Εμείς παιδάκια μικρά τρέξαμε πρώτα, για να δούμε το περίεργο θέαμα γιατί δεν είχαμε ξαναδεί τέτοιους ανθρώπους και ούτε τα σπίτια τους…..
Με την Κατερίνα και την Φανή ,πρώτες—πρώτες ήμασταν έξω από τις μεγάλες σκηνές.
Γύρω ήταν τα ζώα τους και τα κάρα τους που ήταν βαμμένα με ζωηρά χρώματα και τα άλογα με πολλά χαϊμαλιά πάνω τους.
Άλογα , γαϊδουράκια, σκυλιά και μια μεγάλη αρκούδα ! Εμείς στο χωριό μου δεν είχαμε ξαναδεί αρκούδα! Τεράστιο ζώο!!!
‘ Ένα συνονθύλευμα ανθρώπων και ζώων ήταν και από τα κάρα κατέβαιναν πολλά παιδάκια κατσιβελάκια διαφόρων ηλικιών.
Με την παιδική μας αφέλεια πιάσαμε κουβέντα μαζί τους με γυαλιά τους ελληνικά Μεταξύ τους όμως μιλούσαν μια άλλη γλώσσα, την κατσιβέλικη όπως λέγαμε εμείς .
Όλοι είχαν και από μια δουλειά να κάνουν .Οι μεγάλες γυναίκες βοηθούσαν τους άνδρες τους στο άναμμα της φωτιάς, οι νιές είχαν στην πλάτη τους δεμένα τα μικρά τους και ετοίμαζαν τα καζάνια τους για το φαγητό και οι πιο νέοι ετοίμαζαν τσουβάλια . ….που θα πάνε ;…..θα δούμε!!!
Όλοι ήταν ντυμένοι με περίεργα ρούχα και οι τσιγγάνες φορούσαν πολύχρωμα, μακριά φορέματα με βολάν .
Στην μέση κάτω από ένα βολάν ήταν ενωμένο ένα κομμάτι ύφασμα που ήταν το πορτοφόλι τους και φορούσαν πολλά χρυσαφικά.
Τα βραχιόλια κτυπούσαν στα χέρια τους και τα σκουλαρίκια ήταν μακριά, χρυσά αληθινά . Οι τσιγγάνες είχαν μια στενή σχέση με τον χρυσό και τα κοσμήματα .
Η περιέργειά μάς οδήγησε να μπούμε μέσα στα τσαντίρια και η φίλη μας η τσιγγάνα μάς έδειξε το σπιτικό της που ήταν στρωμένο με κιλίμια (χαλιά),κάτω στο χώμα και γιουκιές (στοίβες)από σκεπάσματα γύρω –γύρω. Παπλώματα , κουβέρτες, μαξιλάρια όλα με ζωηρά χρώματα και καθαρά .
Στην άκρη του τσαντιριού μέσα σε αυτοσχέδιες κούνιες, ξεπρόβαλλαν όμορφα μουτράκια…..τα μωρά κατσιβελάκια !
Εμείς ενθουσιαστήκαμε και καθίσαμε πολλή ώρα κοντά τους αφού τα παίξαμε μετά τα κουνούσαμε να κοιμηθούν και οι μαμάδες τους τσιγγάνες μάς έβλεπαν .
Κάποιες πήγαν και διασκορπίστηκαν μέσα στο χωριό μας .Μάθαμε πως γυρνούσαν τα σπίτια για να» πουν την μοίρα» έπιαναν την παλάμη και έλεγαν την τύχη τους ,με το αζημίωτο φυσικά, ήταν μάντισσες.
Και αφού λύσαμε όλες τις απορίες μας και χαρήκαμε τα μικρά φύγαμε για τα σπίτια μας.
Ενθουσιασμένη περιέγραφα στην μαμά μου τα όσα είδα κι εκείνη με μάλωσε !
_Όχι Λένγκω μου….δεν θα ξαναπάς….. είναι επικίνδυνο……κι εγώ στενοχωρήθηκα……μα ….μαμά είναι καλοί άνθρωποι !
Τους είδαμε, τους μιλήσαμε, είναι καλοί άνθρωποι ,είναι φίλοι μου ,άφησέ με να πάω! Η μαμά μου ήταν ανένδοτη.
Η άλλη μέρα μάς βρήκε τις τρείς φίλες έξω από τα τσαντίρια.
Σίγουρα κι εκείνων οι μαμάδες θα είχαν αντιρρήσεις και το πιο σίγουρο είναι ότι δεν τις ακούσαμε….ποτέ!
Καμμιά φορά άλλοτε, δεν είχα παρακούσει την γνώμη της μαμάς μου αλλά αυτή την φορά ! Λες και υπήρχε κάτι μαγικό σε αυτούς τους ανθρώπους και μάς τραβούσε και μετά πως να μην δούμε τα όμορφα μουτράκια με τα σγουρά μαλάκια, που τα προσέχαμε όση ώρα οι μαμάδες τους ήταν αλλού απασχολημένες !
«Εμένα μ’ έθρεψε τσιγγάνας γάλα
Και είμαι ελεύθερος σαν τα πουλιά
Εγώ γεννήθηκα πάνω στο χώμα
Στης γης κοιμήθηκα την αγκαλιά……»
Η επιστροφή στο σπίτι μας ήταν ούτε γάτα, ούτε ζημιά και φυσικά τίποτε στην μαμά μου.
Κάποια στιγμή από μακριά ακούγονταν δυνατές φωνές .
Ο γανωματής, μπακίρια γανώνω…..ο γανωματής .
Ήταν οι τσιγγάνοι γυρολόγοι και οι νοικοκυρές έτρεχαν να δώσουν τα σκεύη τους για γάνωμα.
Τα σκεύη του φαγητού, κατσαρόλες, τηγάνια, κουτάλια, πιρούνια, τον καιρό εκείνο ήταν χάλκινα.
Όταν έπιαναν πάνω τους την «γάνα’’’ δηλαδή γίνονταν πράσινα ήταν επικίνδυνα για τους ανθρώπους.
Οι γυρολόγοι αυτοί έκαμναν αυτήν την δουλειά, τα καθάριζαν και τα γυάλιζαν , τα γάνωναν.
Μάζευαν μέσα στα τσουβάλια όλα τα σκεύη που τους έδιναν οι νοικοκυρές του χωριού μας και τα πήγαιναν στα υπαίθρια εργαστήριά τους στην Σολτάρα.
Κάποιοι άλλοι έφτιαχναν κοφίνια και καρέκλες που τα έπλεκαν με δεξιοτεχνία και τα πουλούσαν στο χωριό μας . Καλάθια για τα αυγά , για τα σταφύλια , για τα σύκα , για τα λαχανικά πάντα χρειάζονταν οι μαμάδες μας . Πανέρια για τις λειτουργιές στην εκκλησία για τα δώρα του αρραβώνα και του γάμου , για τα κουλουράκια και τα απαραίτητα για τα μνημόσυνα για του Ψυχού.
Οι νεότεροι από την οικογένεια των Τσιγγάνων έβγαιναν για κυνήγι γιατί έπρεπε να φάει η οικογένεια.
Οι γιαγιάδες τσιγγάνες ζύμωσαν ψωμί και πάνω σε μια πυροστιά με το « σατς « που ήταν ένα ρηχό ταψί έφτιαχναν πίτες με νερό και αλεύρι.
Και βλέπουμε τους κυνηγούς να έρχονται φορτωμένοι με τα τσουβάλια .
Τι καλό θα φάνε σήμερα άραγε ;
Από ένα τσουβάλι ξεπροβάλλουν μικρά ζωάκια με τις μουσουδίτσες τους οι σκαντζόχοιροι! Τρομάξαμε ! Τι θα τα κάνουν τα αθώα ζωάκια!
Κοιτάζαμε κρυφά –κρυφά μέσα από το τσαντίρι και είδαμε όλη την προεργασία για το μαγείρεμα αυτών των μικρών ζώων !
Αφού στρώσανε το τραπέζι τους γεύτηκαν τους ιδιαίτερους μεζέδες τους και μετά άρχισε ένα γλέντι !
Χόρευαν και τραγουδούσαν τραγούδια στην γλώσσα τους, οι τσιγγάνοι λατρεύουν τον χορό !
Παρά την φτώχεια τους χαμογελούσαν, διασκέδαζαν και ζούσαν οικογενειακές στιγμές και ήταν ευτυχισμένοι σε έναν κόσμο ανεξαρτησίας και ελευθερίας .
Κάποια μέρα ειδοποίησαν, πως θα δοθεί παράσταση στην Πλατέα και ήρθε ο αρκουδιάρης. Ο τσιγγάνος κρατούσε μια μακριά αλυσίδα και είδαμε την αρκούδα με έναν χαλκά στην μύτη και χωρίς δόντια.
Από τον χαλκά την έσερνε με ένα χοντρό σχοινί ο γύφτος και στο κέντρο ήταν η αρκούδα και ο κόσμος γύρω .
Ο γύφτος έδινε την παράσταση και η κακομοίρα η αρκούδα υπάκουε στις εντολές του αφεντικού της.
___’Ελα, ομορφούλα μου, κάνε πως κοιμάται ο παππούς με την γριά ; Πώς καμαρώνει η νύφη; Πώς βάζει πούδρα η κοπελιά ; Ο κόσμος γελούσε και χειροκροτούσε !
Το ντέφι εκτός από τον ρυθμό που έδινε στον χορό της αρκούδας χρησίμευε και στο να μαζέψει μερικές δεκάρες από το πλήθος της Πλατέας .
«Ήρθε στο χωριό ο αρκουδιάρης
Ένας μαύρος γύφτος ξεδοντιάρης
Λεύτερη και ανέμελη η ψυχή του
Πέρα ως πέρα οι κάμποι είναι δικοί του…..»
Πόσα βασανιστήρια της έχουν κάνει για να μάθει όλα αυτά η αρκούδα ;
Όλες οι φιγούρες της ήταν αποτέλεσμα ξυλοδαρμού ! Πόσο κρίμα ! Τι σκαρφίστηκαν για το μεροκάματο !
Πέρασαν οι μέρες κι εμείς πυκνώναμε τις επισκέψεις μας αφού είχαμε συνηθίσει στην Πάτρα των φίλων μας .
Αγαπούσαμε τους φίλους μας και δεθήκαμε με αυτούς ! Μάς αγαπούσαν και αυτοί και δεν μάς ενόχλησαν .
Τότε δεν γνωρίζαμε ούτε την λέξη ούτε την έννοια ρατσισμός και κοινωνικός αποκλεισμός.
Καταλαβαίναμε την διαφορετικότητά τους και νοιώθαμε ότι όλοι οι άνθρωποι δεν ίδιοι μεταξύ μας και ότι έχουμε διαφορετικές συνήθειες και παραδόσεις και ζούσαμε αρμονικά .
Και ότι είναι άνθρωποι σαν και μάς και ότι οι τσιγγάνοι δεν ήταν απλά «άλλοι « ή «ξένοι «, αλλά φίλοι και άνθρωποι που ζούσαν την ζωή με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο, προσφέροντας έναν άλλο κόσμο γεμάτο χρώματα και ανεμελιά.
Η παραβατική τους συμπεριφορά είναι για να εξυπηρετήσει ανάγκες της οικογένειας .
Δεν θέλουν τον πόλεμο! Έχουμε ακούσει ποτέ να πολεμήσουν προκαλώντας τον θάνατο σε άλλον γειτονικό λαό για την απόκτηση γης ή για την εξουσία;
Δεν είναι στην κουλτούρα τους και θέλουν μόνο ελευθερία, ανεξαρτησία , θρησκεία και οικογένεια και το πνεύμα τους είναι ελεύθερο και δεν φυλακίζεται.
Πόση δύναμη έχει η λαχτάρα τους για ανεξαρτησία, που μετά από τόση περιθωριοποίηση ,δεν λένε να αλλάξουν, να μπουν σε καλούπια, να γίνουν σαν και μάς, να ακολουθούν νόμους και κανόνες.
Στο διάβα των χρόνων δεν άλλαξε τίποτε και αυτοί συμβολίζουν έναν κόσμο που αντιστέκεται στα κοινωνικά «καλούπια» ζώντας στις παρυφές της κοινωνίας με τον δικό τους ρυθμό.
Πέρασε ο καιρός και ήρθε η ώρα της αποχώρησης. Οι φίλοι μας μάζευαν τα τσαντίρια τους, φόρτωσαν τα κάρα με τα υπάρχοντά τους και κατηφόρισαν από την Σολτάρα. Η αποχώρησή τους μας γέμισε με λύπη γιατί η επαφή μαζί τους υπήρξε μια μοναδική εμπειρία γεμάτη περιέργεια , ενθουσιασμό και ανθρώπινη ζεστασιά .
Οι τρεις φίλες βλέπαμε την αποχώρησή τους ως ένα κενό σαν να χάναμε κάτι πολύτιμο και τους ζήσαμε με μια αθώα ματιά αποδοχής .
Λυπημένες παρακολουθούσαμε το κομβόι μέχρι που χάθηκε ! Έχουν κι αυτοί το δικαίωμα να ανθίσουν στον δικό τους χώρο με την δική τους ταυτότητα .
‘Εχουν κι αυτοί μία θέση στον ήλιο !
Αδέλφια μου αλήτες πουλιά……..
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2022