Το Ψυχοχάρτι της Τσάκαινας.
Στην κάμαρα της γιαγιάς μου, στο παλιό σκαλιστό μπαούλο της κρυβόταν ένας θησαυρός. Δεν ήταν ακριβά χρυσαφικά ούτε ακριβά υφάσματα . Ήταν το ψυχοχάρτι της. Ένα μικρό τεφτεράκι , φθαρμένο από τα χρόνια, με σελίδες γεμάτες ονόματα .Ονόματα αγαπημένα , πρόσωπα που είχαν φύγει ,αλλά δεν είχαν χαθεί .
Εκεί ήταν το μικρό πανέρι με το υφαντό καρέ, μπλε με άσπρο ριγωτό με τα σατσάκια τις δαντέλες , με τα κεριά , το θυμιατό με τα καρβουνάκια και το μικρό μεταλλικό κίτρινο κουτάκι , που παλιά είχε κινίνα , έτσι έγραφε απέξω .
Η γιαγιά μου το είχε γεμίσει με λιβάνι, το θυμίαμα μέσα . Και είχε εκλεκτό λιβάνι . Ήταν αυτό που έφερε από τα Γεροσόλυμα, όπως έλεγε , ο Αναστασάκος ο Σωτηριάδης , ο αξάδελφός της. Μαζί ήταν το τεφτεράκκ με τα ονόματα των αποθαμένων .
Όταν ήμουν παιδί το κοίταζα με δέος . Με καλλιγραφικά γράμματα της εποχής εκείνης ήταν γραμμένα τα ονόματα των πεθαμένων συγγενών της με τις ρίζες τους να χάνονται πίσω στην Πατρίδα . Από τόσες φορές που το διάβασα έμαθα απ’ έξω τα ονόματα . Και η γιαγιά μου μνημόνευε έναν- έναν στις προσευχές της και κρατούσε ζωντανή την μνήμη τους .
Τα ονόματα ήταν γραμμένα στην γενική πτώση . Αυτό γινόταν γιατί ο παπάς θα έλεγε πρώτα : «Μνήσθητι, Κύριε, του δούλου σου Αναστάσιου , του δούλου σου Νικολάου , της δούλης σου Μαρίας , της δούλης σου Ταρσούς …». Η γιαγιά μου το κρατούσε σαν ιερό κειμήλιο ,το φυλούσε μακριά από αδιάκριτα χέρια ,μέσα στο μπαούλο ,και το έβγαζε μόνο τα Ψυχοσάββατα , του Ψυχού, όπως έλεγαν . Την έβλεπα να πηγαίνει στην εκκλησία κρατώντας το μαζί με το κόλλυβο. Και όταν γυρνούσε από την εκκλησία , πάλι έβρισκε την θέση του .
Το ψυχοχάρτι της γιαγιάς μου είχε όλους τους προγόνους μου , που δεν γνώρισα εγώ, αλλά η γιαγιά μου γνώριζε και έκλαψε για τον χαμό τους .
Πρώτα ήταν γραμμένος ο μπαμπάς της ο Αναστάσης, που τον έχασε σε μικρή ηλικία , στην Πατρίδα. Μετά ήταν γραμμένος ο άνδρας της ο Νικολάκης , που την άφησε χήρα μικρή με τέσσερα παιδιά . Παρακάτω τα δύο μικρά αδελφάκια του άνδρα της Νικόλα , που πέθαναν στην Πατρίδα , ο Κωνσταντίνος και η Φωτεινή .Μετά οι γονείς του Νικολάκη ο Ευστράτιος και η Ελένη που πέθαναν και αυτοί στην Πατρίδα .Στην συνέχεια ήταν γραμμένα τα αδέλφια της μαμάς της Μαργιόρας . Η Λαμπρινή , η Ταρσή, η Κερανιώ, η Μαρία , ο Στέργιος , ο Ιωάννης όλοι ήταν συγγενείς της .Επίσης τα αδέλφια των πεθερικών της , ο Εμμανουήλ , ο Αντώνιος , ο Αθανάσιος, ο Αρσένιος , η Σμαραγδή , ο Ιωάννης και ο Γεώργιος .
Όταν ο παπάς διάβαζε τα ονόματα , τα μνημόνευε και τα ανέφερε ένα- ένα η γιαγιά μου έκλεινε τα μάτια της και ένοιωθε την παρουσία τους ,σαν να ζούσαν μέσα από τις προσευχές της . Η μνημόνευση γινόταν υπέρ αναπαύσεως και ζητούσαν από τον Θεό την ευλογία του και την συγχώρεσή τους. Η σημασία αυτής της προσευχής ήταν και είναι να δείξουμε ότι τους αγαπάμε, με όλη μας την καρδιά .Γιατί δεν είμαστε απλώς φίλοι ή συγγενείς, άλλα μέλη της μιας Εκκλησίας .
Οι γιαγιάδες μας με την αγνή ψυχή τους πίστευαν και ήταν κοινωνοί πολλών εθίμων και τελετουργικών της Εκκλησίας μας . Κέρδιζαν και οι ίδιες και αυτοί για τους οποίους προσεύχονταν . Αυτές κέρδιζαν την ηρεμία μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και οι τεθνεώτες κέρδιζαν την προσευχή και την αγάπη τους . Αυτή η αγάπη για τους κεκοιμημένους μας ,όπως έλεγε η γιαγιά μου , είναι χρέος . Σε αυτήν την προσευχή υπέρ αναπαύσεως, αποτυπώνεται η μνήμη αλλά και η ελπίδα . Η ελπίδα ότι οι αγαπημένοι μας δεν πέθαναν , αλλά κοιμούνται και περιμένουν την Ανάσταση .
Και πέρασαν τα χρόνια . Πώς μας ξεγέλασε ο χρόνος .Εγώ παιδάκι και έγινα μεγάλη πιά και
Νόμιζα ότι το τεφτεράκκ θα έμενε αμετάβλητο ,όπως το είχε η γιαγιά μου η Τσάκαινα. Μα η ζωή είχε άλλα σχέδια .
Με τα χρόνια χρειάστηκε να προστεθούν και άλλα ονόματα αγαπημένων της οικογένειας . Πρώτα – πρώτα το δικό της , Κερανιώ . Μετά των άλλων παππούδων και γιαγιάδων, Αθανασίου και Δάφνης . Όλων αυτών που ακολούθησαν το δρόμο της απουσίας . Μετά των αγαπημένων γονιών μου Αναστασίου και Φωτούλας . Και το τεφτεράκκ γεμίζει τις σελίδες του .
Μετά της θείας μου Καλλιόπης , του θείου μου Χρήστου και Μαρίκας , Βασίλη και Στεργιανής , του Πολυχρόνη , της Βασιλικής και Παρασκευά , του Νικόλα και Περιστέρας, του Ιακώβου και Μαρίας , της Βέρας ,του Νίκου , της Αδαμαντίας , του Κωνσταντίνου , της πεθεράς μου Νίνας και του πεθερού μου Άβελ .
Σελίδα – σελίδα , το ψυχοχάρτι γεμίζει , γεμάτο μνήμες , ευχές και αγάπη .Και γεμίζουν ,όπως γεμίζει η ζωή με απώλειες και αναμνήσεις Ω.
Με τις δεήσεις μας δείχνουμε την αγάπη μας σε αυτούς και ζητούμε να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους , για την σωτηρία τους . Και έχουμε την ελπίδα ότι θα είναι «εν τόπω χλοερώ».
Κάθε φορά που το ανοίγω νιώθω πως κρατώ μια ιερή παρακαταθήκη . Μια υπόσχεση ότι δεν θα λησμονήσω .Πως η μνήμη τους δεν θα σβήσει .
Γιατί αυτό ήταν το ψυχοχάρτι της γιαγιάς μου, ένας δεσμός αγάπης ,μια προσευχή που γεφυρώνει τον κόσμο των ζωντανών με τον κόσμο των κεκοιμημένων . Και κάθε φορά που το ανοίγω ,ακούω ακόμα τη φωνή της να ψιθυρίζει τα ονόματά τους .
«Ο Θεός να τους αναπαύει …».
Ελένη Τσιφτσόγλου
2024