Το χωριό Νέα Δήμητρα
Σύμφωνα με την Συνθήκη τής Λωζάνης , που υπογράφθηκε το 1923 και τέθηκε σε ισχύ το 1924 έγινε η Ανταλλαγή των Πληθυσμών.
Έτσι άρχισε ο Μεγάλος Ξεριζωμός από τις πατρογονικές εστίες των κατοίκων τής Μικράς Ασίας, τού Πόντου και τής Ανατολικής Θράκης και η μεταφορά τους στην Μητροπολιτική Ελλάδα.
Από τις εστίες τους τα χωριά τους ήρθαν με το καράβι και κατέβηκαν στο λιμάνι στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης.
Όταν ήλθαν από την Πατρίδα οι πρόσφυγες, είχε συσταθεί από το Ελληνικό κράτος η ΕΑΠ, η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.
Η επιτροπή αυτή είχε κύριο μέλημά της την τακτοποίηση των προσφύγων και την ενσωμάτωσή τους στην Ελληνική κοινωνία.
Οι πρόσφυγες, οι λεγόμενοι ανταλλάξιμοι, κατευθύνονταν κυρίως σε περιοχές που ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν μουσουλμανικά κτήματα.
Τούς οδηγούσαν και σε περιοχές που υπήρχε δημογραφικό κενό με την αναχώρηση των Μουσουλμάνων.
Έτσι η γη τής Μακεδονίας ήταν αυτή , που θα τούς δεχόταν γιατί πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις γι’αυτήν την εγκατάσταση.
Εποικίζονταν οι παραμεθόριες περιοχές με σκοπό τον εμπλουτισμό με κατοίκους .
Όσο οι πρόσφυγες ήταν στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και περίμεναν για την αναχώρηση στους νέους τόπους, οι χωριανοί έκαναν μια επιτροπή που στάλθηκε σε διάφορα μέρη , για να αποφασίσουν πού θα εγκατασταθούν
Μετά από περιπλάνηση σε διάφορα μέρη η απόφαση πάρθηκε .
Ο τόπος που αργότερα θα ονομαζόταν Νέα Δήμητρα βρέθηκε !
Σε αυτόν τον τόπο είχε νερό , και απέραντα χωράφια .
Οι πρώτοι που ήρθαν εδώ ήταν οι πρόσφυγες από το χωριό Όκλαλι τής Επαρχίας Μετρών (Τσατάλτζας) τής Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης, τής Ανατολικής Θράκης .
Μετά την εγκατάσταση και των προσφύγων από το χωριό Λαζάρκιοϊ , ακολούθησαν χρονικά αργότερα και οι Αμπαρλιώτες από το Αμπαρλί τής Κωνστανρινουπολης και οι Αγαλανιώτες από το Άκαλαν τής ίδιας Επαρχίας και Νομαρχίας . Οι Αγαλανιώτες πήγαν πρώτα στην Λακιά Πτολεμαΐδας Φλώρινας και μετά ήρθαν στην Νέα Δήμητρα.
Οι πρώτοι Οκλαλιώτες είπαν στους Αγαλανιώτες ότι σε αυτόν τον τόπο η κότα γεννάει δύο φορές την ημέρα !
Κυριολεκτικά και μεταφορικά ότι ήταν πολύ καλό το μέρος για να εγκατασταθούν !
Ο τόπος , που είναι τώρα το χωριό ήταν ιδανικός γι’ αυτούς γιατί ήταν ψηλά το χωριό και κάτω ο κάμπος.
Γεωργοί και κτηνοτρόφοι ήταν όλοι και τούς ενδιέφερε η γή.
Στον τόπο αυτόν ήταν το «κονάκι», η «κούλα», το υποστατικό ενός Μπέη, που ήταν Οθωμανός γαιοκτήμονας.
Το κονάκι εκτείνονταν στην περιοχή τής αποθήκης τού Συνεταιρισμού στην βόρεια είσοδο του χωριού μας Νέα Δήμητρα.
Η θεία μου Μαρία Τσιφτσόγλου ήρθε στην Νέα Δήμητρα με τους γονείς της το 1924 με την Ανταλλαή , όπως έλεγαν την Ανταλλαγή των Πληθυσμών και ήταν έξι χρόνων.
Μού διηγήθηκε ότι με άλλα παιδάκια κατέβαιναν από τον χώρο, που βρίσκεται σήμερα το γήπεδο τού χωριού και έπαιρναν κότες για να τις μαγειρέψουν οι μανούλες τους ! Εκεί είχε και νερό.
Η διαμονή στον χώρο πάνω στο γήπεδο κράτησε για μήνες και ήταν μέσα στα πρόχειρα τσαντήρια , αντίσκηνα !
Εμείς μικρά παιδιά όταν παίζαμε στην περιοχή που ήταν το Κονάκι τού Μπέη βρίσκαμε σπασμένα κεραμίδια ,τα βυζαντινά ή τουρκικά λεγόμενα, που ήταν εκείνα τα στρόγγυλα και οι γονείς μας έλεγαν πως ήταν απομεινάρια από το κονάκι τού Μπέη.
Πόσα τέτοια στήναμε για το παιχνίδι «κεραμιδάκια» , θα το περιγράψουμε άλλη φορά.
Όταν τελείωσαν όλες οι διαδικασίες τής καταγραφής και τούς μοιράσανε γή, ανασκουμπώθηκαν και άρχισαν να «ξεχερσώνουν « τα άγρια χωράφια .
Τα χωράφια ήταν κομμάτια γής αδούλευτα ακαλλιέργητα και είχαν πέτρες και «τσαλιά», αγκάθια .
‘Έτσι με την δύναμη ,την εργατικότητά τους και την λαχτάρα για επιβίωση όλα τα μετέτρεψαν σε γόνιμα χωράφια .
‘Έδεναν στο άλογο τις ρίζες από τα δέντρα και τις έβγαζαν , τις πέτρες τις μάζευαν στην άκρη και έτσι τα χωράφια, γίνονταν ίσια κομμάτια γής.
Μετά από χρόνια το 1929 το Ελληνικό κράτος, τούς τα παραχώρησε με τούς τίτλους.
Έτσι έγιναν οι ιδιοκτήτες αυτών , που με τόσο κόπο απέκτησαν και γρήγορα με την δούλεψή τους, συνετέλεσαν στην αγροτική ανάπτυξη τού άγονου τόπου !
Σε κάθε οικογένεια έδωσε «κλήρο « , περίπου πενήντα στρέμματα , εργαλεία, σπόρους ,ένα άλογο και ζώα.
Για σκεφθείτε την χαρά τους από την πρώτη σπορά !
Από αυτήν έβγαλαν το ψωμί τής οικογενειάς τους.
Στάρια, κριθαρια βρώμη , σίκαλη , λινάρια, σουσάμια ήταν οι παραγωγές τους.
Το πρώτο και απαραίτητο ήταν το στάρι , που θα έδινε το αλεύρι για το ψωμάκι τους !
Το ζυμωτό ψωμάκι ,που έφτιαχναν οι νοικοκυρές και έψηναν οι φούρνοι σε κάθε γειτονιά και μοσχοβολούσε.
Με αυτό το ψωμί χόρτασαν τα πεινασμένα στόματα ,τα δικά τους και των παιδιών τους.
Αργότερα έβγαλαν νερό με τα πηγάδια, τα μαγγανοπήγαδα και τις γεωτρήσεις.
Τότε άλλαξαν οι καλλιέργειες .
Έβαζαν καρπούζια , «καβούνια» (πεπόνια), βαμβάκια, οπωροκηπευτικα , καλαμπόκια , καπνά και μπάμιες.
Προσωρινά έμεναν σε σκηνές πάνω από το γήπεδο τού χωριού.
Όταν έβρεχε λάσπες ,άνθρωποι και ζώα γίνονταν ένα !
Αν έχετε δει την φωτογραφία τού Σχολείου τού 1929 , που ήταν γύρω στα εκατό παιδάκια, σκεφθείτε ότι ζούσαν εκεί πάνω όταν ήρθαν !
Μέσα στις σκηνές και την φτώχεια ήταν και μάς έκανε εντύπωση η θλίψη, που έβγαζε αυτή η φωτογραφία !
Όλα τα παιδάκια ήταν συνοφρυωμένα , έδειχναν την λύπη τους και η προσφυγιά είχε αποτυπωθεί στο προσωπάκι τους !
Ξυπνούσαν το πρωί σε μια σκηνή και με ό ,τι ρούχο είχαν πήγαιναν στο σχολείο, πεινασμένα και κακοντυμένα.
Με τις εικόνες στα μάτια τους, των γονιών τους , που πάλευαν για να ζήσουν και να τα ζήσουν .
Όμως παρ’ όλα αυτά , έδιναν και αυτοί οι μικροί μαθητές και μαθήτριες, όση δύναμη είχαν για να διαβάσουν και να μάθουν .
Πάσχιζαν να προχωρήσουν και πάνω σε αυτούς πάτησαν όλες οι επόμενες γενιές μας.
Αυτά τα αδύναμα κορμάκια τους έγιναν οι παππούδες μας και οι μπαμπάδες μας, οι γιαγιάδες μας και οι μανάδες μας, που τόσα άντεξαν !
Με όλες τις αντιξοότητες και τα βάσανα ήξεραν να τα προσπερνάνε, χωρίς μεγάλα τραύματα και σταθήκανε προστάτες και καθοδηγητές δικοί μας !
Η Επιτροπή Εποικισμού τούς έδωσε από ένα σπίτι, που το εμβαδόν του ήταν ανάλογο με τα μέλη τής οικογένειάς τους.
Η διαρρύθμιση τού σπιτιού ήταν ανάλογη δύο δωμάτια ή τρία.
Αργότερα έχτιζαν δίπλα και βοηθητικούς χώρους και εύρισκαν την βολή τους!
Το χωριό μας Νέα Δήμητρα φτιάχτηκε από την αρχή και δεν υπήρχαν παλιά σπίτια .
‘Έχει από τότε ωραίο σχέδιο, δηλαδή ρυμοτομία.
Βέβαια κάποια σπίτια δεν ήταν τού Εποικισμού και τα έφτιαξαν μόνοι τους οι νοικοκυραίοι και σε αυτά θα αναφερθούμε άλλη φορά.
Τα σπίτια ήταν με πλιθιά και ξύλα και έχτισαν δίπλα και τούς σταύλους για τα ζώα τους , που κι αυτά θα έπαιρναν μέρος στον αγώνα τής επιβίωσής τους.
Τα άλογα και τα βόδια θα βοηθούσαν στην μεταφορά χρήσιμων υλικών και στην μεταφορά των ίδιων, στους τόπους τού αγώνα τους .
Εκεί σε αυτούς τούς τόπους, στα χωράφια , στους αλωνότοπους , στα βοσκοτόπια , στα βουνά , θα έριχναν τον ιδρώτα τους και θα είχε άλλη αξία το ψωμί τους.
Θα όργωναν την ξερή γη για να δώσει τούς ευλογημένους καρπούς της !
Οι Καλφάδες έχτισαν τις αποθήκες των Νεοδημητριωτών με πέτρα, τις περιφράξεις τους για τους μπαχτσέδες και έβαζαν και την πόρτα στο καινούργιο σπιτικό.
Αυτή η πόρτα έκλεινε την ευτυχία τους και την χαρά τους !
Όταν έκλεισαν την πρώτη μέρα την πόρτα αυτού τού σπιτικού , δεν πίστευαν ότι τελείωσαν τα βάσανά τους και ότι μπήκαν στους ρυθμούς τής ζωής.
Ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν , γέννησαν, μεγάλωσαν παιδιά και έζησαν χαρές και λύπες !
‘Έβαψαν τα σπίτια με ασβέστη και ώχρα και λίγο λουλάκι που μέσα στον ασβέστη, έδινε το γαλάζιο χρώμα.
Τα πλαϊνά των παραθύρων και το περβάζι κάτω το χάραζαν με μια κλωστή, βουτηγμένη μέσα στην μπογιά και έκαμναν το σχέδιό του που δεν ξέφευγε .
Όλα ήταν με λεπτομέρεια ! Οι Νεοδημητριώτες και οι Νεοδημητριώτισσες είχαν την αίσθηση τού ωραίου !
Οι περιφράξεις είχαν χοντρές κολώνες, σαν σπιτάκια με ένα ιδιαίτερο σχήμα και πάντα ήταν άσπρες φρεσκοβαμμένες.
Το σπίτι μεσα είχε ξύλινα πατώματα και πόρτες ήταν ξύλινες με σανίδια οριζόντια και χαραμάδες, αραλίκες λεγόμενες .
Στην κουζίνα το «τεζιάκκ» , ο πάγκος ήταν χτιστός και είχε χωρίσματα στο κάτω μέρος .
Οι νοικοκυρές έβαζαν με το λάστιχο τα κουρτινάκια .
Το « μουσλούκκ» ήταν μεταλλικό κουτί με βρυσούλα ,που το γέμιζαν νερό και χρησίμευε ώς νιπτήρας .
Από πάνω είχε κρεμασμένο ένα καθρεφτάκι για να νίβονται ,να ξυρίζονται και να χτενίζονται.
Τα παράθυρα ήταν χωρισμέα στην μέση και άνοιγαν προς τα πάνω.
‘Ένα ξυλάκι συγκρατούσε το μισό ανοικτό παράθυρο.
Παραθυρόφυλλα (παντζούρια) δεν είχαν .
Γι’αυτό θυμόμαστε τις μαμάδες μας να βάζουν μπλε κόλλα για την προστασία από τον ήλιο.
Τα σπίτια τού Εποικισμού είχαν δύο εισόδους η
Μια ήταν στην μεριά τού δρόμου και ήταν η κύρια επίσημη είσοδος, που συναντούσε το σαλονάκι . Η άλλη ήταν προς την αυλή και είχε απέναντί της την αυλή του άλλου γειτονικού σπιτιού !
Δεξιά και αριστερά ήταν τα δωμάτια και προς τα έσω τού οικοπέδου ήταν η κουζίνα , από την κάτω πλευρά τού σπιτιού.
Η πόρτα τής κουζίνας οδηγούσε στην αυλή και εκεί κάθε μέρα η νοικοκυρά έκαμνε τα ‘’πάνε έλα της,» αυλίζονταν» .
Στο «κουμάς», το κοτέτσι πήγαινε να ταΐσει τις κοτούλες της και να μαζέψει τα αυγά, στο πηγάδι για το νερό , στον φούρνο για να ψήσει το ψωμί ή το φαγητό της, στην αποθήκη να ετοιμάσει τα αυγά για την κλώσσα , στο μικρό αποθηκάκι να ετοιμάσει τα τουρσιά της , στο υπόστεγο να ανάψει το καζάνι για ζεστό νερό και να ξεκινήσει την μπουγάδα της .
Επίσης βρισκόταν στην αυλή να καθαρίσει το σύρμα τής απλώστρας, που το» νταγιάκωνε», στήριζε με ένα ξύλο.
Και μόλις άκουγε το κάρο με τα άλογα να μπαίνει στην αυλή έτρεχε να βοηθήσει και τον άνδρα της στο ξεφόρτωμα, στάρι ή χόρτα.
Η νοικοκυρά όλες τις δουλειές τις έκαμνε αγόγγυστα και ήταν ευχαριστημένη με την ζωή της . Πάντα μοίραζε αγάπη και χαμόγελα !
Με τόσες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, προχωρούσαν μπροστά και μάς έδειχναν τον δρόμο ! Οι γενιές που ακολούθησαν έχτισαν πάνω στο μόχθο και στις αξίες των προγόνων μας !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023