Το χωριό μου ,Νέα Δήμητρα

Το χωριό μου ,Νέα Δήμητρα  

Το Λεξικό ορίζει το χωριό ως  «μικρό οικισμό , κυρίως σε αγροτικές περιοχές « .Όμως το χωριό μου δεν είναι απλώς ένας τόπος στο χάρτη. Είναι μια ανάσα μέσα στην ψυχή μου, ένας κόσμος όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά, σαν παλιό ρολόι που χτυπά μελωδικά τους χτύπους της καρδιάς μου. Σε αυτό γεννήθηκα και πέρασα τα πιο χαρούμενα,τα πιο ξέγνοιαστα χρόνια της ζωής μου , παρέα με  τους αγαπημένους μου γονείς , τα αδέλφια μου ,τους συγγενείς και τους φίλους . 

Χτισμένο στην πλαγιά του λόφου, με τα τελευταία σπίτια να αγναντεύουν τον κάμπο, το χωριό μου μοιάζει με ζωγραφιά που άλλαξε χρώματα με τις εποχές. Την άνοιξη τα καταπράσινα χωράφια γέμιζαν από μαργαρίτες και παπαρούνες, το καλοκαίρι η ζέστη βάραινε πάνω στις πέτρινες αυλές, το φθινόπωρο οι δρόμοι μύριζαν βρεγμένο χώμα και το χειμώνα το χιόνι έσβηνε τα ίχνη των ανθρώπων, αλλά όχι τις μνήμες τους. 

Στην βόρεια πλευρά του έχει σαν φύλακας,τον πρώτο λόγο ή Πρώτο Κάστρο και στη συνέχεια είναι το δεύτερο και το τρίτο κάστρο ,το Γυναικόκαστρο με τον πύργο και τα οχυρά του . 

Το χωριό μου λεγόταν Νέα Δήμητρα . Με αυτό το όνομα το βάφτισαν οι πρώτου πρόσφυγες παππούδες μας που εγκαταστάθηκαν εδώ . Αλλά δυστυχώς το ονόμασαν Νέο Γυναικόκαστρο και η απόφαση ήταν οριστική και δεν εισακούστηκε καμμία διαμαρτυρία.Το ονόμασαν επίσημα Νέο Γυναικόκαστρο,λες και υπήρχε παλιό . Και το διπλανό χωριό ,δίπλα στο Βυζαντινό κάστρο το ονόμασαν ,Παλιό Γυναικόκαστρο. Λες και υπήρχε παλιό χωριό . Οι γείτονές μας ήρθαν από το Κάρς του Καυκάσου, που τότε ανήκε στην Ρωσία . Ας έδιναν το  «Γυναικόκαστρο»στο διπλανό χωριό ,όπως του άξιζε και ας άφηναν το δικό μας όνομα ,Νέα Δήμητρα. 

Το χωριό μου έχει ωραίο κλίμα και τα δέντρα του κάνουν τον αέρα φρέσκο και δροσερό. Είναι φτιαγμένο με ρυμοτομικό σχέδιο,ορθογώνιο με μια  κεντρική πλατεία , την Πλατέα μας και  το διασχίζουν  φαρδείς δρόμοι .  

Στην πλατεία , η μεγάλη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στέκει αγέρωχη, σαν φύλακας των μυστικών του χωριού. Την έχτισαν οι παππούδες μας με τον ιδρώτα και τα όνειρά τους, κι εκεί μέσα ακούστηκαν προσευχές, ψαλμοί, όρκοι αγάπης και μοιρολόγια. 

Γύρω – γύρω στην Πλατέα μας είναι τα καφενεία το ούζο , τον καφέ και το τάβλι .  

Τα σπίτια χαμηλά, με τις αυλές γεμάτες κληματαριές, τα μπαχτσέδια μοσχοβολούσαν βασιλικό και δυόσμο. Στις γειτονιές, οι γυναίκες κάθονταν στα κατώφλια, έπλεκαν και κουβέντιαζαν, ενώ τα παιδιά έτρεχαν ανέμελα, γελώντας και παίζοντας παιχνίδια που αντηχούν ακόμα στ’ αυτιά μου. Είχε γειτονιές με λογής-  λογής λουλούδια. Είχε γειτονιές που έπαιζαν τα παιδιά παιχνίδια .  

Οι άντρες μαζεύονταν στις σκιές των δέντρων, κάτω από την ακακία του Μπόλσουρανν ή την ασκαμνιά του Ρασά, παίζοντας τάβλι, συζητώντας για τη σοδειά, για τα ζώα, για τη ζωή που έμοιαζε απλή, μα τόσο γεμάτη. 

Είχε κόσμο να περπατάει στους δρόμους ,να πηγαινοέρχονται στα χωράφια και να τα καλλιεργούν . Είχε ανθρώπους στους δρόμους και ζώα ,που τα πήγαιναν στη Σολτάρα ,για να τα πάρει ο αγελαδαρης για βοσκή .Υπήρχαν άνθρωποι στους δρόμους του με τα πόδια , με τα ποδήλατα , με τα κάρα . 

Άκουγες την καλημέρα τους .  Κι εμείς ζούσαμε κοντά στη φύση και ακούγαμε τα βελαδματα των προβάτων και τα μούγκρισμα τα των αγελάδων . Κάθε ήχος της φύσης ήταν γνώριμος για μας . Είχε ανθρώπους στους δρόμους που έβγαζαν μόνοι τους το ψωμί τους γιατί καλλιεργούσαν τη γη , εκτρέφανε τα  ζώα τους κι αυτό τους έκανε να νιώθουν  βασιλιάδες . Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ψυχικά πιο ήρεμοι και είχαν μεταξύ τους δεμένες σχέσεις με αρμονική συνύπαρξη.  

Στο χωριό μας είχαν μέρες γιορτινές και τις γιόρταζαν όλοι μαζί . Είχαν πανηγύρια και γλέντια ,για να ξεκουραστούν και να διασκεδάσουν . Στο χωριό μου, όλα μοιράζονταν. Τις χαρές και τις λύπες, τα γλέντια και τα πανηγύρια, τους γάμους και τα βαφτίσια, ακόμα και τον θρήνο. Ο πόνος δεν ήταν μοναχικός, ούτε η χαρά ιδιωτική. Ήταν κοινά, όπως το ψωμί που μοιράζονταν στο τραπέζι. 

Τότε η έννοια του «χωριού»  και του «συγχωριανού « ήταν πραγματικές.  Μοιράζονταν τη χαρά και τη λύπη και ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν απλόχερα τη βοήθειά τους .Είχαν φιλότιμο ,όρεξη για δουλειά και θέληση . Είχαν κοινούς στόχους και εργάζονταν από κοινού για την επίτευξή τους .  

Το γόνιμο της Εκκλησίας μας ,του Σχολείου μας ,του Ιατρείου,του Κοινοτικού Καταστήματος έγιναν με συνεργασία και σύμπνοια . Είχαν τους προεσυ – ηγέτες που πήραν πολύ σοβαρές αποφάσεις και υλοποίησαν . Το χωριό μου είχε τις εικόνες το χθες ,με τα φρεσκοψημένα ψωμιά των γιαγιάδων και τα γειτονέματα. 

Θυμάμαι τις γιαγιάδες να ψήνουν ψωμί στον φούρνο, τη μυρωδιά που γέμιζε τη γειτονιά, τις μακριές νύχτες του χειμώνα, όπου το φως από τις λάμπες των σπιτιών έμοιαζε με άστρα χαμηλωμένα στη γη. 

Όλοι είχαν την ίδια αξία κι ας μην είχαν τελειώσει κανένα σχολείο και αυτός ο κώδικας αξιών ήταν γραμμένος μέσα στην ψυχή τους . Γιατί το χωριό μου δεν είναι μόνο ο τόπος μου. Είναι η ρίζα μου. Είναι το πατρικό μου σπίτι, το σχολείο μου, η πλατεία όπου έτρεξα μικρό παιδί.Σε αυτό το σπίτι έζησα χαρούμενη κι εδώ έπλεξα τα πρώτα μου όνειρα . Εκεί που τελικά ,αποφάσισα να τα κυνηγήσω . Και τώρα ενώνω στιγμές και μνήμες από τις παλιές φωτογραφίες των δικών μου . Είναιι το χώμα που πατώ και νιώθω να με κρατάει σφιχτά, σαν τα χέρια των αγαπημένων μου που δεν είναι πια εδώ, αλλά ζουν μέσα σε κάθε πέτρα, σε κάθε δρόμο, σε κάθε ανάμνηση.Σε αυτό το χωριό θέλω πάντα να επιστρέφω . Η αγάπη μου για το χωριό μου πλημμυρίζει την καρδιά μου . Ακόμη και τώρα που έφυγαν όλοι οι δικοί μου ,οι γιαγιάδες ,οι παππούδες , οι αγαπημένοι μου γονείς. Ακόμα και τώρα το λαχταράω . Νιώθω την ύπαρξή τους περισσότερο ,σαν να είναι σκιές που τριγυρνούν ανάμεσά μας  και μας καμαρώνουν . Νιώθω την ύπαρξή τους σαν αέρινες μορφές ,αφού άφησαν τα κουρασμένα τους σώματα στα μνήματα ,στην Τσαραπιδίτσα . Έμειναν οι αναμνήσεις ,που περιφέρονται στα σοκάκια ,στην Πλατέα , στο Σχολτω. Για τίποτε στον κόσμο δεν θα το άλλαζα και δεν θα το αποχωριστώ ποτέ . Το χωριό μου είναι κάτι περισσότερο από τόπος καταγωγής . Είναι ένα όμορφο μέρος ,που αξίζει να ζει κάποιος εκεί . Είναι ένα κομμάτι της καρδιάς. Το καλύτερο . Το πιο πολύτιμο ,που την καθορίζει και την στηρίζει  

Το χωριό μου δεν είναιι πια το ίδιο. Πολλοί έφυγαν. Τα σπίτια άλλαξαν χέρια ή έμειναν άδεια, σαν κουφάρια γεμάτα αναμνήσεις. Μα εγώ, κάθε φορά που επιστρέφω, ακούω ακόμα τα γέλια των παιδιών, τις κουβέντες στις αυλές, τα βελάσματα των ζώων. 

Και όσο υπάρχει η μνήμη, το χωριό μου θα ζει. Μέσα μου. Πάντα. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή