Το Χιόνι στο Χωριό μας Νέα Δήμητρα και Όταν Έπεσε η σκεπή στον Σταύλο του Θείου Σαράντη
Ο χειμώνας άλλοτε έφερνε το χιόνι σαν πιστό συνοδοιπόρο . Στα παιδικά μας μάτια ,ήταν η υπόσχεση του παιχνιδιού και της χαράς. Στους μεγάλους όμως έφερνε κόπο και αγωνία .
Θυμάμαι τις λευκές μέρες μέσα στο καταχείμωνο, όταν το χωριό μας ,η Νέα Δήμητρα , χανόταν κάτω από το χιόνι και οι πατεράδες μας με τα φτυάρια άνοιγαν δρομάκια , τις «πατέκες» για να μπορέσουμε να βγούμε από τα σπίτια μας .
Οι προθέσεις μας στα παρακάλια να χιονίσει ο Θεούλης ήταν αγνές. Πού να φανταζόμασταν πόση ταλαιπωρία θα είχαν οι γονείς μας .
Το χιόνι δεν ήταν μόνο παιγνίδι αλλά και δοκιμασία για τους ανθρώπους που έπρεπε να φροντίσουν τα σπίτια και τα ζώα τους . Ξυπνούσαμε το πρωί και βλέπαμε το χιόνι μέχρι την πόρτα μας . Χαιρόμασταν και χοροπηδούσαμε .
Έτσι άρχιζαν οι γονείς μας να φτυαρίζουν για να βγουν προς τον σταύλο και εμείς να βγούμε προς το σχολείο .Τα σχολεία δεν έκλειναν τότε λόγω χιονιά και παρόλο που δεν είχε όνομα ο χιονιάς αυτός ήταν πολύ γνωστός σε όλους .Εκτός από τις νιφάδες που έπεφταν σαν «πατσαβούρες « ήταν και παγωμένες ριπές ανέμου που έσκιζαν την ατμόσφαιρα .
Σταλακτίτες, σαν σπαθιά, κρέμονταν από τις σκεπές των σπιτιών μας και ήταν ένα τρομακτικό φαινόμενο .Προσέχαμε να μην περνάμε από κάτω τους, για το ενδεχόμενο μην σπάσουν και μας τραυματίσουν .Τα χιόνια έκαναν καιρό να λειώσουν και γίνονταν καφέ ή μαύρα από την σκόνη και την μουντζούρα .
Οι γονείς μας δυσκολεύονταν γιατί πάγωναν οι βρύσες και αναγκάζονταν να βγάζουν νερό από το πηγάδι . Αν δεν είχαν πηγάδι πήγαιναν στο πιο κοντινό και κουβαλούσαν με τους κουβάδες. Χρειάζονταν νερό και για τα ζώα και για τις δουλειές του σπιτιού.
Μα ,απ’ όλα τα χρόνια ,ένα θα μου μείνει αξέχαστο . Ήταν το 1972.
Τότε το χιόνι δεν ήταν απλώς ψηλό . Ήταν θεόρατο ,σαν να είχε καταπιεί τον κόσμο . Στην αλάνα νότια του σχολείου σχηματιζόταν λόφοι από χιόνι που έκρυβαν ακόμα και τα δέντρα, αφήνοντας να ξεπροβάλλουν μόνο οι κορφές τους , σαν μικροί θάμνοι.
Ήταν τόσο γοητευτικά λες και όλα είχαν χάσει τον ήχο τους και πλέαμε σε μια λευκή θάλασσα . Τα αγόρια έκαμναν τσουλήθρες και εμείς τα κορίτσια φτιάχναμε σπιτάκια με χωρίσματα από χιόνι .Τα ζωηρά όμως αγόρια με αρχηγούς τον Νίκο Γεωργιάδη και τον Φώτη Παπαδόπουλο περνούσαν μέσα από τα σπιτάκια μας και τα χαλούσαν .Ο Κώστας ο πιο σοβαρός της τάξης ο Κώστας ο Γκοτζίδης , τους μάλωνε και κάπως έτσι καταφέρναμε να σώζουμε τα δημιουργήματά μας ,λίγο περισσότερο.
Παίζαμε στο διάλειμμα του σχολείου αλλά και το απόγευμα γυρνούσαμε πάλι εκεί . Δεν χορταίναμε παιχνίδι . Δεν μας ένοιαζε το κρύο
Τα χέρια μας ήταν παγωμένα ,τα πόδια μας ήταν μουσκεμένα , τα αυτιά μας και η μύτη μας κατακόκκινα Εμείς όμως εκεί και δεν μας πτοούσε τίποτε .Όταν γυρίζαμε στο σπίτι αλλάζαμε τα ρούχα μας και οι σόμπες είχαν πάντα ρούχα κρεμασμένα για να στεγνώσουν .
Όλοι σίγουρα έχουμε και μια ιστορία με το χιόνι .Παίζαμε χιονοπόλεμο και κάμναμε μεγάλους χιονάνθρωπους. Οι χούφτες χιονιού σχημάτιζαν το κεφάλι και το σώμα και βάζαμε το καπέλο του παππού μας. Για μάτια βάζαμε δυό κάρβουνα . Ήταν πανέμορφες εκείνες οι στιγμές .
Όμως εκείνη η χρόνια δεν έφερε μόνο παιχνίδια. Έφερε και συμφορές .
Ήταν τότε που , από το βάρος του χιονιού υποχώρησε η σκεπή του σταύλου του θείου Σαράντη Τσιφτσόγλου .Κανείς δεν το περίμενε . Είχε βαραίνει τόσο πολύ από το χιόνι που δεν αντεξε άλλο . Και ξαφνικά με έναν δυνατό θόρυβο ,σωριάστηκε.
Τα ζώα που βρίσκονταν μέσα, τα πλάκωσε η στέγη . Τρόμος, φωνές και μουγκρητά .Ξύλα ,θρυμματισμένα κεραμίδια και χιόνι ! Ο θείος Σαράντης έτρεξε , μαζεύτηκε κόσμος, οι φωνές αντήχησαν στο χωριό .
Οι άνδρες παράτησαν τα καφενεία και έτρεξαν να βοηθήσουν . Ο πατέρας μου ο Τάσος, ο θείο Βασίλης Γκόγκος ,ο Αντώνης Αρβανιτίδης , ο Νίκος Ζηρίδης , ο Θανάσης Τσελεπάκης , ο Βασίλης Βασιλόπουλος, ο Δημήτρης Κυριακίδης… Άλλος με φτυάρι , άλλος με τα γυμνά του χέρια πάλευαν να απομακρύνουν τα συντρίμμια .Οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν , κουβαλούσαν χλιαρό νερό και τροφή για τα ζώα , μήπως σώσουν τα ζωντανά .
Και σώθηκαν .
Μετά από ώρες, τα ζώα ανασύρθηκαν σώα. Ταλαιπωρημένα , τρεμάμενα ,μα ζωντανά . Ένας αναστεναγμός ανακούφισης απλώθηκε πάνω από το χιονισμένο τοπίο .
Εμείς τα μικρά παιδιά κοιτάζαμε αποσβολωμένα από μια άκρη .
Και όπως ήταν έθιμο ,μετά τη σωτηρία,ήρθε το κέρασμα. Ο θείος Σαράντης τους κέρασε όλους στο καφενείο του Στέργιου του Χατζόπουλου για το καλό που έκαναν.
Έτσι ήταν τότε. Το χιόνι εκτός από την ομορφιά που έδινε και την γοητεία έκρυβε και τους κινδύνους του .Μα πάνω από όλα αποκάλυπτε κάτι πιο σημαντικό ,την αλληλεγγύη των ανθρώπων Ω,τη βεβαιότητα πως , ό,τι κι αν συνέβαινε , δεν θα ήσουν ποτέ μόνος .
Αυτές οι αναμνήσεις αποκαλύπτουν έναν κόσμο γεμάτο απλότητα όπου οι δυσκολίες ξεπερνιόταν με αλληλοϋποστήριξη .
Πόσο θα ήθελα να ζήσω σε εκείνο το απέραντο λευκό τοπίο . Να το νιώθω να απλώνεται παντού .Κι εγώ μέσα από την ζεστή γωνιά της γιαγιάς μου να το βλέπω να πέφτει .
Και ύστερα ,να τρέξω πάλι έξω ,να κυλιστώ στο χιόνι σαν παιδάκι πάνω του, να αναπολώ τις μέρες που ήμουν παιδάκι και να νιώσω την ξεγνοιασιά της παιδικής μου ηλικίας να επιστρέφει για λίγο …
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023