Το Φάσκιωμα των Νεογνών από τις Νεοδημητριώτισσες Γιαγιάδες και Μαμάδες .
Το φάσκιωμα των νεογνών ,όπως το θυμούνται οι γιαγιάδες και οι μαμάδες των Νεοδημητριωτισσών ,είναι μια πρακτική βαθιά ριζωμένη στην παράδοση ,που κουβαλά την αίσθηση μιας άλλης εποχής .
Μόλις απομακρυνόμασταν από το σώμα της μαμάς μας , με το κόψιμο του ομφάλιου λώρου, ξεκινούσε για μας μια άλλη ζωή. Μόλις γεννιόμασταν έτοιμα και «τα λαζαράκια», όπως ήταν ο Λάζαρος τυλιγμένος στην ανάστασή του .
Αφού μας έπλεναν με χλιαρό νερό , μας περνούσαν το πουκαμισάκι , που ήταν από ύφασμα «βατίστα» ή «κάμποτ» ή «κάποτο». Αργότερα χρησιμοποιούσαν χασέδες που ήταν και αυτοί βαμβακερά υφάσματα αλλά πιο μαλακά . Πολλές φορές τα ρούχα μας ήταν από νυχτικιές της μαμάς μας και μάλλινες φανέλες του μπαμπά μας. Μετά ανάμεσα στα σκέλια μας έβαζαν πανιά , για να απορροφηθούν τα κακουδάκια μας και τα τσισάκια μας . Μας φορούσαν τα σπάργανα , που ήταν οι μεγάλες πάνες και τέλος τα φασκιά .
Τα φασκιά ήταν το κατ’ εξοχήν στοιχείο της ενδυμασίας του νεογνού . Τύλιγε σφιχτά το σώμα μας από τους ώμους μέχρι τα πόδια .
Μας έκαμναν σαν το Λάζαρο που απεικονίζεται στις εικόνες ή σαν αιγυπτιακές μούμιες, που αναφέρει ο Λασκαράτος,ο ποιητής μας και πεζογράφος. Ακόμη μοιάζαμε και σαν κούπανοι , που ήταν εκείνη η ξύλινη σανίδα , που χτυπούσαν τα ρούχα κατά το πλύσιμο . Στη Νέα Δήμητρα χρησιμοποιούσαν πολύ αυτή την έκφραση ,κούπανοι και κουπανάκια .
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει τον Χριστούλη στην φάτνη σπαργανωμένο , φασκιωμένο στην Φάτνη της Βηθλεέμ , όταν δίνει οδηγίες στους Μάγους για να τον βρουν .
Έτσι όπως ήμασταν μούμιες , λαζαράκια , κουπανάκια δεν είχαμε καμμία χάρη .
Ποιος θα μας έπαιζε , ποιος θα μας χαιρόταν ; Δεν είδαμε τα χεράκια μας που κουνιόνταν , ούτε τα ποδαράκια μας , ούτε τα δαχτυλάκια μας .Ποιος θα «δάγκωνε» τις πατουσίτσες μας ; Ποιος θα χάιδευε το λαιμουδάκι μας ; Ποιος θα γαργαλούσε την κοιλίτσα μας ; Μας έβαζαν και ένα σκουφάκι στο κεφάλι και η εικόνα ήταν αποκαρδιωτική .
Δεν μας άνοιγαν και τόσο συχνά γιατί ήταν μεγάλος κόπος και «καμάρωναμε» στολισμένα με αυτά , που σας προείπα ! Αν θα μας άνοιγαν ήταν από την έντονη μυρωδιά .
Είχαν και πολλές δουλειές οι μαμάδες μας στο σπίτι και στα χωράφια και κοντά σε όλα αυτά μεγαλώναμε κι εμείς . Το φάσκιωμα το έκαναν , όπως το έμαθαν από τις γιαγιάδες μας και αυτές από τις δικές τους γιαγιάδες και πίστευαν ότι εξασφαλίζει την υγεία των παιδιών . Όλοι πίστευαν ότι το φάσκιωμα ίσιωνε το σώμα , δυνάμωνε τα κόκκαλα και βοηθούσε το νεογέννητο να κοιμηθεί ήσυχα .
Σύμφωνα με την παράδοση εξασφάλιζαν ίσιο και ωραίο το κορμί τους . Το φάσκιωμα όμως ευθυνόταν για υπερβολική αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος και δυσπλασία του ισχίου.
Το μόνο ωφέλιμο από την φασκιά ήταν ότι μεταφερόταν εύκολα στους χώρους εργασίας τους . Γνωρίζουμε από περιγραφές των γιαγιάδων μας και των μαμάδων μας , ότι μας άφηναν κάτω από το κάρο υπό την επίβλεψη άλλου αδελφού μας ή κάτω από την σκιά ενός δέντρου μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού .
Όταν μας άνοιγαν για να μας καθαρίσουν τα χεράκια μας είχαν πιάσει χνουδάκι από τις πάνες και είχαν «παπαριάσει» από την υγρασία .
Τι να έκαναν όμως . Έτσι τα βρήκαν και έτσι τα συνέχισαν .
Έχω δει φασκιά ! Ήταν σαν ιμάντας με πολλές λωρίδες υφάσματος, γαζωμένες πολλές φορές , για να γίνουν σκληρές . Τις κρατούσε η μαμά μου στο συρτάρι της ντουλάπας, για να μας τις δώσει για τα παιδιά μας !
Από ότι έχω μάθει από τις παλιές , ήταν δύο φασκιές .Η μεγάλη ήταν με φάρδος είκοσι πόντους και μήκος δύο μέτρα και η μικρή με μήκος ένα μέτρο και κάτι και φάρδος δέκα πόντους .Το φάσκιωμα άρχιζε από τους αστραγάλους μέχρι το στήθος .Έξω άφηνε μόνο το κεφάλι και τις πατούσες .Για ώρες ατελείωτες ήμασταν φασκιωμένα .
Αργότερα οι γιατροί και οι μαίες με πολλή προσπάθεια τόνιζαν στις μαμάδες , να μην χρησιμοποιούν την φασκιά και να αφήσουν το βρέφος να κινείται ελεύθερα. Σιγά –σιγά άρχισαν και καταργούσαν αυτόν τον βασανιστικό τρόπο τυλίγματος.
Οι γιαγιάδες μας και οι μαμάδες μας δεν πρόλαβαν τις ευκολίες που ζήσαμε εμείς , στο μεγάλωμα των παιδιών μας . Ήταν η μοίρα τους μέσα στην κουζίνα του σπιτιού , στην αυλή του σπιτιού , σε όλη την λάτρα του , στο μεγάλωμα των παιδιών που ήταν πολλά και στις δουλειές του χωραφιού .
Θυμόμαστε τις μπουγάδες κάτω στα υπόστεγα με ήλιο ή κρύο και τις απλώστρες στις αυλές γεμάτες πάνες και πανιά . Σχοινιά γεμάτα , με άσπρες, είκοσι – τριάντα , πάνες να ανεμίζουν για να στεγνώσουν , κρατημένα τα σχοινιά ψηλά , με μεγάλες ξύλινες διχάλες .
Θυμόμαστε όταν έβαζαν τα καζάνια για την πλύση με λίγα απορρυπαντικά . Μόνο σαπούνι και στάχτη είχαν . Τα χεράκια τους είχαν καεί και είχε αλλοιωθεί το δέρμα στα δαχτυλάκια τους από το βραστό νερό , για να καθαρίσουν τις άσπρες πάνες μας . Χρησιμοποιούσαν σαπούνι και στάχτη . Η ημέρα της μπουγάδας ήταν δύσκολη , γιατί είχαν και τα ρούχα όλης της οικογένειας.
Αργότερα ανακαλύφθηκε το Κλιν και το Τάιντ ,τα απορρυπαντικά και η μπεϊμποράτ, το λευκαντικό .Πόσο κακό έκαναν στις ίδιες , έχοντας τα χεράκια τους βουτηγμένα σε αυτά τα χημικά προϊόντα .Αυτή ήταν η μοίρα τους ,η σκληρή δουλειά και η αφοσίωση στην οικογένεια μέσα στις αυλές ,στις κουζίνες και στα χωράφια . Αυτές οι μνήμες ,γεμάτες από κόπο και αγάπη, καταγράφονται ως μία από τις ανθρώπινες πλευρές της καθημερινότητας των μαμάδων εκείνης της εποχής ,που παρά τις δυσκολίες κατάφεραν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τον καλύτερο τρόπο που ήξεραν ,πάντα με τα πιο απλά και περιορισμένα μέσα .