Το Τρυπητό της Ζαχαρένιας
Εγώ κι η φίλη μου η Μάρω διαβήκαμε την αυλόπορτα της γιαγιάς της, της Ζαχαρένιας, ένα απόγευμα που ο ήλιος έλουζε τις πέτρες με φως και σκόνη καλοκαιριού. Ήταν απλωμένα σεντόνια στην αυλή, υφαντά καθαρά, που μοσχοβολούσαν σαπούνι και ήλιο. Κάτι ετοίμαζαν, καταλάβαμε αμέσως. Η γιαγιά Ζαχαρένια κι η νύφη της, η Χρυσή, σκυμμένες πάνω στη σκάφη, ζύμωναν κάτι με τρόπο τελετουργικό, σαν να έλεγαν μυστικές προσευχές με τα χέρια τους.
Η Ζαχαρένια, που είχε έρθει με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών από το Ερμενίκιοϊ της Τσατάλτζας μαζί με τις αδελφές της και τη μάνα της την Παναγιώτα, είχε φέρει μαζί της και μια τέχνη, την τέχνη του κουσκουσιού. Και τη φύλαξε σαν φυλαχτό στα χώματα της Νέας Δήμητρας.
Η Χρυσή ζύμωνε με δύναμη και αγάπη. Η πεθερά έριχνε σιγά -σιγά το γάλα, το νερό, το αλεύρι ,στα μέτρα, όχι με τη ζυγαριά αλλά με το μάτι της μνήμης και της εμπειρίας. Μόλις έδεσε το ζυμάρι, η Χρυσή άρχισε να το τρίβει σε μικρά κομμάτια. Τότε η γιαγιά Ζαχαρένια έφερε το μεγάλο τρυπητό, ένα κόσμημα της κουζίνας που κρατούσε σαν ιερό σκεύος. Το περνούσαν από τις τρύπες του και μέσα στη λεκάνη έπεφταν μικρά μπαλάκια, σαν πέρλες, στρογγυλά και αφράτα. Πιο παλιά οι νοικοκυρές με άπειρη υπομονή ,έπλαθαν με τα χέρια τους σβώλους από ζυμάρι .
Ήταν το κουσκουσάκι τους.
Ύστερα, το άπλωσαν προσεκτικά στα σεντόνια να λιαστεί. Το παρακολουθούσαν να στεγνώνει σαν παιδί που μεγαλώνει. Καμία βιασύνη. Ο ήλιος να κάνει τη δουλειά του και τα μάτια τους να μην ξεκολλούν, μη τυχόν και ζυγώσει γάτα, πουλί ή σκόνη.
Το απόγευμα, το κουσκουσάκι έμπαινε σε πάνινα σακούλια, στο ράφι με τα καλά εφόδια του χειμώνα. Όλο τον χρόνο θα έτρεφε την οικογένεια αυτό το χρυσάφι της αυλής.
Η γιαγιά Ζαχαρένια δεν έφτιαχνε μόνο για το σπιτικό της. Δεν κράταγε την τέχνη της μόνο για τον εαυτό της. Ήταν περιζήτητη. Πήγαινε στης Τσάκαινας ,στης Πουρουρούς, στης Γιωργιάς και τις βοηθούσε όλες, με το τρυπητό της παραμάσχαλα, το μεγάλο, το παλιό, που το δάνειζε με γενναιοδωρία αλλά και περηφάνια.
Και σαν τελείωναν, κρατούσαν λίγο από το ζυμάρι και το τηγάνιζαν σε καυτό λάδι. Έβγαιναν τα λαλαγκάκια, τραγανά και μοσχομυριστά, τα ράντιζαν με λίγη ζάχαρη κι ύστερα έστηναν γύρω τους το τραπέζι και τις κουβέντες. Γυναίκες με ονόματα βαριά, σαν κειμήλια, η Τσάκαινα, η Θεανώ, η Βασώ, η Μαρία η Λιονταρέσα, η Μαργιόρα η Πραξιγού, η Θεοφίλαινα, η Ζωή η Ευρυστέναινα , η Αρετή η Καλινικέσσα.
Η Μαρία η Λιονταρέσα:
— Να μη ξεχάσουμε, πως η Ζαχαρένια μας έχει το πιο καλό τρυπητό. Ούτε στο παζάρι δεν βρίσκεις τέτοιο! Λες κι έχει ψυχή… τα πλάθει όμορφα τα μπαλάκια.
Και η Μαργιόρα η Πραξιγού:
— Εγώ λέω ότι είναι απ’ τα χέρια της. Άμα η καρδιά είναι καθαρή, βγαίνει και το κουσκούς αλλιώτικο. Κι εσένα, Ζαχαρένια, έχει ψυχή η ζύμη σου!
Ζαχαρένια (χαμογελώντας συγκινημένη):
— Εμείς, κορίτσια μου, ήρθαμε με μια βαλίτσα ρούχα και τις συνταγές της μάνας μας στην ψυχή. Ό,τι κρατήσαμε, ό,τι φτιάχνουμε, είναι για να θυμούνται τα παιδιά μας ποιοι είμαστε.
Η Αρετή η Καλινικέσσα (σηκώνοντας το ποτήρι με το νερό):
— Στην υγειά όλων μας και των χεριών που ζυμώνουν.
Και σιωπηλά, για λίγα λεπτά, όλες δοκίμασαν το λαλαγκάκι τους. Οι λέξεις έγιναν δευτερεύουσες. Η ζεστασιά, η γεύση, η παρουσία της μνήμης, αυτά μιλούσαν πιο καθαρά από κάθε ιστορία.
Μιλούσαν για τα παλιά, για τα φαγητά και τις μάνες τους, για τον τόπο που άφησαν πίσω, κι εκείνον που τις δέχτηκε. Και μέσα απ’ το τρυπητό της Ζαχαρένιας περνούσαν γενιές και μνήμες κι η Νέα Δήμητρα κρατούσε ζωντανή τη γεύση και την ψυχή της.
Κι εκεί, στην αυλή με τα σεντόνια και τον απογευματινό ήλιο, με τα γέλια των γυναικών, φτιάχτηκε όχι μόνο ζυμαρικό, αλλά κι ένα κομμάτι συλλογικής μνήμης. Η τέχνη της Ζαχαρένιας, το μεγάλο της τρυπητό, και οι κουβέντες εκείνης της ημέρας έγιναν παρακαταθήκη.