Το Τραπέζι της Μεταμόρφωσης στη Νέα Δήμητρα
Το τραπέζι στρωνόταν μόλις γυρνούσαν απ’ την εκκλησία. Ο ήλιος είχε ανέβει πια, και μέσα στην αυλή μύριζε γαρύφαλλο , σταφύλι και ιδρώτα από τον πρωινό κόπο.
Η γιαγιά Εμπρουζία άπλωνε την τραπεζομάντιλα με τις μπλε ρίγες και φώναζε:
— Φέρτε τις καρέκλες!
Το όνομά της από το Ευρωζία !
Πάνω στο τραπέζι στήνονταν τα πιάτα το ένα μετά το άλλο. Στη μέση, ψηλό και περήφανο, το πανεράκι με τα ευλογημένα σταφύλια , τσαμπιά ολόφρεσκα, με δροσιά ακόμα .
Δίπλα του, μια βαθιά γαβάθα με σαλάτα από τον μπαχτσέ, ντομάτα , αγγούρι τραγανό, πιπεριά και μπόλικη ρίγανη απ’ το βουνό.
Σε πιατέλες απλωμένα τα φαγητά της μέρας:
– Κολοκυθάκια τηγανητά, με σκορδαλιά, «να τα τρως με τα δάχτυλα» όπως έλεγε η θεία Κωνσταντινιά.
– Φασολάκια λαδερά, με μπόλικη ντομάτα και μαϊντανό.
– Πιπεριές γεμιστές με ρύζι και μυρωδικά, ψημένες στο ταψί, «που να μυρίζει ο δρόμος».
– Ένα μικρό τηγανητό ψάρι για τιμή της ημέρας , σπάνιο, γιατί οι περισσότεροι έτρωγαν χορταρικά.
Στο πλάι, το ψωμί ψημένο στον ξυλόφουρνο, ακόμα ζεστό, με το σταυρό χαραγμένο στη φραντζόλα. Και το κρασί του Κωνσταντή Ιωαννίδη ,φρέσκο, βαθύ κόκκινο, σε γυάλινο μπουκάλι .
Οι γυναίκες έφερνα τα λαλαγκάκια και η κουβέντα μαλάκωνε, οι φωνές έπεφταν, κι έπαιρναν σειρά οι ευχές:
— Και του χρόνου να ’μαστε καλά.
— Να μας φυλάει ο Θεός τα αμπέλια.
— Στην υγειά των παιδιών μας .
Και στο τέλος, η μεγαλύτερη γιαγιά , πάντα η πιο σιωπηλή, σηκωνόταν, έπαιρνε ένα ρώγο απ’ τα ευλογημένα σταφύλια, τον έτρωγε σιγά και σταυροκοπιόταν.
— Δόξα σοι ο Θεός. Μας τα χάρισε κι εφέτος.
Ήταν το μεσημέρι της 6 ης Αυγούστου, και στην αυλή του σπιτιού της Εμπρουζίας Ιωαννίδου, είχε στηθεί το γιορτινό τραπέζι.
Στην κεφαλή κάθισε ο άντρας της, ο Κωνσταντής ο Ιωαννίδης,ο πεθερός της Φινιώς με το πουκάμισο κουμπωμένο ως επάνω γιατί «σήμερα είναι μέρα του Χριστού».
Δίπλα του κάθισε ο γαμπρός του, ο Στέργιος ο Χατζόπουλος , με την κουβέντα μετρημένη. Η γυναίκα του, η Τασούλα είχε φέρει γεμιστές πιπεριές με φρέσκο δυόσμο και το γλυκό σταφύλι που ήξερε να δένει «σαν μετάξι».
Παραδίπλα η νύφη της Εμπρουζίας, η Φανιώ, πάντα ευγενική, πάντα περιποιημένη. Μπροστά τους, τα παιδιά της, ο Αντωνάκης ήσυχος και χαμογελαστός, και πιο πέρα, η Φωτίκα που έφερνε από την κουζίνα το ένα πιάτο μετά το άλλο.
Η Κερανιώ η Τσάκαινα είχε έρθει με την κόρη της ,την Μαρία και μια πιατέλα με τηγανητές μελιτζάνες και σάλτσα ντομάτας .
Σε μια άκρη καθόταν ο Διαμαντής ο Καλφόπουλος της Σμαραγδής με τον γιο του τον Ζαφείρη . Νέος τότε, γεμάτος όρεξη έφερνε κάθε χρόνο τα πρώτα σταφύλια , από τα δικά τους αμπέλια.
Στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, η Κωνσταντινιά η Καλφοπούλου, σοβαρή και σεμνή, έκοβε το ψωμί. «Να μπει το καλό πρώτο», έλεγε, και σταύρωνε τη φραντζόλα.
Πιο πίσω, στα παιδικά σκαμνάκια, είχαν μαζευτεί τα μικρά ,η Ζίτσα , η Νούλα , η Αντωνία , ο Τάκης και ο Κωστάκης .
Κι ανάμεσά τους, σαν κρυμμένη σκιά του παρελθόντος, καθόταν η γιαγιά Ελένη Ιωακειμίδου ,της Φινιώς η μάνα ,μεγάλη σε ηλικία, μ’ ένα μαύρο τσεμπέρι και τα μάτια χαμηλωμένα. Δεν μιλούσε πολύ. Μόνο όταν της πρόσφεραν το ευλογημένο σταφύλι, έκανε το σταυρό της και μουρμούρισε:
— Ο Χριστός να μας φυλάει τ’ αμπέλια και τα παιδιά μας.
Ένα γιορτινό τραπέζι που γίνεται αφορμή για να ξυπνήσουν μνήμες άλλοτε πικρές, άλλοτε γλυκές, μα πάντα ζωντανές.
— Θυμάσαι το ’49; είπε ο Διαμαντής ο Καλφόπουλος. Η κουβέντα έπεσε βαριά στο τραπέζι. Ήταν η χρονιά που χάθηκαν χωριανοί άδικα .
Η Τασούλα η Χατζοπούλου σταύρωσε τα χέρια της.
— Ήταν δύσκολη χρονιά. Και πάλι όμως… ούτε που χάσαμε τρύγο. Ο πατέρας μου έλεγε, «το αμπέλι δεν συγχωρεί καθυστέρηση».
— Το ’52 ήταν αλλιώς, είπε ο Μήτσος.
Έλαμπε το χωριό εκείνο το καλοκαίρι. Έβρεξε τον Ιούνη κι ο Ιούλης ήταν χρυσάφι. Τα σταφύλια γέμισαν ζάχαρη. Από κει βγήκε το καλύτερο κρασί.
— Κι ήρθε το ‘ 63, πρόσθεσε σιγανά η Κωνσταντινιά. Ήταν η χρονιά που χάθηκε ο άνδρας της ο Νικολάκης .
— Κι όμως, ούτε τότε δεν σταμάτησε το πανέρι με τα σταφύλια. Ούτε τότε.
— Μια καλή χρονιά; Η χρονιά του γάμου του Αντωνάκη με την Λαμπρινή του Μαρμαρίδη ,είπε η Φανιώ .
— Εμένα, είπε σιγά η γιαγιά Ελένη , ήταν το ’24. Η πρώτη μας Μεταμόρφωση στην καινούρια πατρίδα. Φέραμε ένα πανέρι με τρία τσαμπιά – ένα άσπρο, ένα μαύρο κι ένα ροζ. Από δικά μας φυτά. Τα ευλόγησε ο παπάς κι εγώ έκλαψα. Όχι από λύπη. Από φόβο. Και από πίστη.
Έτσι έγινε το τραπέζι που έδειχνε αγάπη μια γιορτινή μέρα στη Νέα Δήμητρα.