Το Σπίτι των Ονείρων μου: Μνήμη και Νοσταλγία .  4ον   Συνέχεια και τέλος . 

4ον   Συνέχεια και τέλος . 

Το Σπίτι των Ονείρων μου: Μνήμη και Νοσταλγία .  

  Στη γωνία του οικοπέδου του Θανάση Γκάιτατζη , στεκόταν   ένα χαμηλό πέτρινο  οίκημα, χωρίς πόρτα , πάντα ανοιχτό  στην καθημερινότητα και στην μνήμη .Εκεί μέσα στεγαζόταν  ο ξυλόφουρνος, μια μικρή ιερή εστία που αγκάλιαζε τη μυρωδιά του ζυμωτού ψωμιού και τη θαλπωρή της οικογένειας . Δίπλα του  όλα τα απαραίτητα για το  φουρνάρισμα και το ψήσιμο του ψωμιού.  Εδώ μέσα η γιαγιά μου είχε και την μεταλλική σκάφη του πλυσίματος των ρούχων   και τα καζάνια ,  που ζέσταινε το νερό .  

Λίγα βήματα πιο πέρα , το πηγάδι με τον κουβά με  την αλυσίδα  και τον μεταλλικό κουβά . Και  η γούρνα ,χτισμένη με φροντίδα δίπλα του , έτοιμη να δεχτεί το δροσερό νερό , που ανέβαζε η γιαγιά . Στην γωνία  της  περίφραξης του πηγαδιού   ήταν η φουντωτή πασχαλιά που μοσχοβόλιζε την γειτονιά  όταν άνθιζε . Τα διάσπαρτα  άσπρα και μώβ  κρίνα   άνθιζαν μαζί  της  και «ξεσυνερίζονταν « , να την περάσουν σε ομορφιά και ευωδιά.  

Σε έναν περιφραγμένο χώρο, ήταν ο μπαχτσές της γιαγιάς μου . Πενήντα τετραγωνικά παράδεισος . Μέσα σε αυτόν , υπήρχαν δέντρα όπως αμυγδαλιές   αβραμπουλιές , ζερντελιές και δάφνη. Η δάφνη της Δάφνης,σαν σημάδι της ταύτισης της φύσης με το πρόσωπο .  Η γιαγιά μου είχε το δέντρο ,   που είχε το όνομά της  Δάφνη . Στον μπαχτσέ  φύτευε , τις ντομάτες ,  τις μαντζάνες ,  τις πιπεριές , τα φασολάκια και  τα κουκιά. 

 Τα καλλωπιστικά λουλούδια δεν έλειπαν από τον μπαχτσέ της και ήταν τόσο όμορφα. Ήταν φυτεμένα   μέσα σε τενεκέδες  , βαμμένους με  λουλάκι και ξεχείλιζαν τα φύλλα από τις « πάπιες»  με τα μακριά φύλλα ,  τις ορτανσίες και  τις σαρδελιές ,τα γεράνια  .  Η γιαγιά μου η Δαφνιώ φρόντιζε τα φυτά με πολλή αγάπη και ο μπαχτσές της ήταν γεμάτος με χρώματα και αρώματα που με μάγεψαν . 

Οι  γιαγιάδες μας και οι μαμάδες μας ,  ομόρφαιναν  με τα χέρια τους , τους μπαχτσέδες . Από τα λουλούδια  αυτά κάποια  φύτρωναν μόνα τους και κάποια τα έφερνε ο αέρας . Έβλεπες όμως και στους μπαχτσέδες μιας γειτονιάς ίδια λουλούδια , πληθώρα ενός ίδιου  φυτού,    που το μοιράζονταν μεταξύ τους . 

 Στην γειτονιά της γιαγιάς μου  κυριαρχούσε η ομορφιά των κρίνων , της αγριομαργαρίτας  και της πασχαλιάς .  Στον τοίχο του σπιτιού ήταν η μεγάλη αναρριχώμενη  ροζ τριανταφυλλιά  που έφτανε και ξεπερνούσε την σκεπή του  σπιτιού και απλωνόταν πάνω στα κεραμίδια, σαν  λουλουδάτο σεντόνι . Από αυτά τα μοσχομυριστά τριαντάφυλλα  η γιαγιά μου έκανε  κάθε Μάιο , το γλυκό τριαντάφυλλο , μυρωδάτο όσο και η μνήμη .  

Μέσα σε αυτό τον  μπαχτσέ ένιωθα κάθε φορά ότι βρίσκομαι σε έναν μικρό παράδεισο  και καθώς  ήμουν μικρούλα τα δέντρα μου φαίνονταν γίγαντες .Η  πέτρινη περίφραξη του μπαχτσέ με τα σύρματα από πάνω ,  δημιουργούσαν μαζί με τα αναρριχώμενα λουλούδια ένα ωραίο  απομονωμένο χώρο,  που ένιωθα ότι είναι μαγικός . Ένα μαγικό βασίλειο .  

Σε αυτή την αυλή μου άρεσε πάρα πολύ να βρίσκομαι και ακόμα περισσότερο  να επισκέπτομαι , αυτό το μικρό καλυβάκι με τα λίγα πράγματα.  Με τα τόσα λίγα πράγματα , που η οικοδέσποινα και τα παιδιά της ήταν πολύ ευχαριστημένα και ένιωθαν πολύ πλούσιοι με αυτά , που είχαν   

 Εγώ η εγγονή της , όταν μεγάλωσα είχα μεγάλη επιθυμία να πάω να μείνω , έστω για ένα βράδυ κοντά της και της το είχα υποσχεθεί. Ήθελα να μείνω κοντά της , να αποκοιμηθώ με τα παραμύθια της .Ήθελα να  μου πει όχι τα ψεύτικα παραμύθια με δράκους και βασιλοπούλες , αλλά τα αληθινά  με αληθινές ιστορίες και  βάσανα ,  που πέρασαν μέχρι τον ερχομό τους στην Νέα Πατρίδα και μύριζαν ξεριζωμό , ξενιτιά ,πείνα ,ελπίδα . Ήθελα να ξυπνήσω σε εκείνο το σπίτι και να νιώσω σαν μικρό παιδί , με την φροντίδα της γιαγιάς μου . Ήθελα να ξυπνήσω εκεί και να νιώσω την ησυχία του χωριού και την δροσιά των δέντρων . Ήθελα να ξυπνήσω εκεί και να ακούσω τα χλιμιντρίσματα από τα άλογα  του παππού μου και τα κακαρίσματα από τις κότες , σαν ειδοποίηση  ότι έκαναν  τα αυγά .  Ήθελα να ξυπνήσω εκεί ένα πρωινό ,για να ακούσω την καλημέρα του παππού μου: « Έι μπίτσομ , ξύπνησε το πουλάκκ μας ;» 

Ήθελα  να καθίσω στο «μουχαμπέτ «,να πιω καφέ μαζί της  και με  τις «γειτόννσες « της ,να ακούσω κουβέντες απλές , καθημερινές,  ανθρώπινες .Μα η  καθημερινότητα  με ρούφηξε  και δεν μπόρεσα να τηρήσω την υπόσχεσή μου.  

 Και όταν πια είχα  τον χρόνο  , η γιαγιά μου είχε φύγει … Το σπίτι έστεκε εκεί  αλλά έλειπε η αγαπημένη μου γιαγιά .  Και σκέφτομαι  τι δεν θα ‘δινα για να επιστρέψει εκείνη η εποχή .Τι δεν θα ‘ δινα να  μπω,  να περπατήσω μέσα σε εκείνο το  φτωχικό καλυβάκι . Εκείνο το φτωχικό καλυβάκι με τα λίγα πράγματα που μεγάλωσε εφτά παιδιά , που ήξεραν να εκτιμούν και τα λίγα και τα πολλά .Εκείνο το μικρό καλυβάκι με παλιές , χαμένες αλλά όχι λησμονημένες στιγμές,  που ζήσαμε και ζούμε ακόμη στις σκέψεις , στα όνειρά μας από την ζωή και την καθημερινότητα των ανθρώπων του χωριού. 

 Και μεγάλη  πια, περνώντας από το σπίτι της γιαγιάς μου  το βρήκα ανοικτό , βορά σε όλους ,  μα πιο πολύ στον χρόνο .Ανοιχτό στον χρόνο ,στην εγκατάλειψη ,στη λησμονιά .   

Μπήκα μέσα και το ρίγος της απουσίας  με διαπέρασε .  Τα   επιπλάκια της έλειπαν . Υφάσματα πεταμένα στο πάτωμα. Ξύλα από την οροφή σωριασμένα , με εμπόδιζαν να προχωρήσω . 

Κι εκεί μέσα στα ρημαγμένα , είδα την  τσαντούλα της  με το χρυσό χερούλι , σκισμένη και  πεταμένη κάτω . Η νοικοκυρά  της την είχε κάποτε  σε περίοπτη θέση , φυλαγμένη μόνο για την εκκλησία . 

  Όλα ήταν πεταμένα κάτω . Κάποιοι μπήκαν εκεί μέσα και « σύλησαν « το σπίτι…πήραν ό ,τι  τους ενδιέφερε . Σύλησαν , όχι μόνο το σπίτι , μα και τη μνήμη .  

  Όλα ήταν  πεταμένα κάτω  , στοιβαγμένα ,λες και είχαν τοποθετηθεί επίτηδες για να σταθούν εμπόδιο μπροστά  μου . Σαν να  ήθελαν να μου στείλουν  το μήνυμα :  «Μην προχωράς «. Ίσως  προσπαθούσαν να με προστατεύσουν από την απόγνωση και τη  θλίψη , που  ένιωθα εκεί.  

Κι όμως μετά  από λίγο καιρό το επισκέφτηκα ξανά . Κάτι με τραβούσε σ’ αυτό το μέρος .  Και  το μόνο που βρήκα πια ήταν το σημείο του πηγαδιού    

Το σπίτι  έπρεπε να κατεδαφιστεί .  Το σπίτι και ό,τι υπήρχε  γύρω του , δεν υπήρχαν πιά .  Ένα βουνό από μπάζα , χαλάσματα , πλιθιά και ξύλα έγινε και πετάχτηκε σε κάποια άκρη  του χωριού . 

 Έμεινε μόνο  ένα μεγάλο οικόπεδο . Ένα ισάδι , που τίποτα δεν μαρτυρούσε πια τι υπήρχε εκεί. Έμεινε και η θλίψη για την αλλαγή που έφερε ο χρόνος .  Τίποτα δεν δείχνει  σε  εκείνον που  περνάει από εκεί , τι υπήρχε κάποτε , πόση αρχοντιά έκρυβε αυτός ο τόπος  . Έφυγαν τα έμψυχα και τα άψυχα μαζί. 

Τι θα μπορούσα να ξεχάσω ; Τίποτα. Όλα είναι μέσα μου .  Μπορεί να θαμπώνουν , αλλά δεν ξεθωριάζουν .  Είναι καλά φυλαγμένα ,  στα κατάβαθα  του νου και της ψυχής μου . 

Η ζωή στο σπίτι της γιαγιάς μου είχε κάτι αληθινό , κάτι αυθεντικό. Κι  αυτή η αλήθεια είναι που  συνεχίζει να με  συντροφεύει , ακόμα και όταν το σπίτι δεν υπάρχει πια  . Το να ζεις απλά , με ουσία , είναι το πιο πολύτιμο που μπορείς να έχεις . Και τώρα που το σπίτι σωριάστηκε ,κι οι φωνές σίγησαν , μένει μόνο η μνήμη να ανασαίνει για όλους . Εγώ αυτή τη μνήμη κρατώ .Και περπατώ στα χαλάσματα με σεβασμό ,σα να περνώ από ιερό . Γιατί εκεί έζησαν άνθρωποι αληθινοί ,που μιλούσαν λίγο ,αλλά ένιωθαν πολύ . Που δεν είχαν πολλά ,να είχαν ο ένας τον άλλον .  Και αυτό το πολύτιμο το κουβαλώ  ακόμα μέσα μου ,όπως κουβαλά κανείς ένα τραγούδι παιδικό ή ένα ποίημα αγαπημένο … 

«Καλότυχοι χωριανοί !  

Ζήλευα την ζωή σας  

Την απλοϊκή και με περίσσειες χάρες.  

Μα πιο πολύ , ζήλευα τον γυρισμό σας  

Όταν η μέρα σωνόταν  και  ο ήλιος βασίλευε.»  

                Κωνσταντίνος  Κρυστάλλης  

Και όταν η μέρα τελείωνε , ο ήλιος βασίλευε πάνω από τα κεραμίδια και τους έβρισκε μαζεμένους , ήσυχους, γελαστούς .  

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή