Το Σπίτι των Ονείρων μου: Μνήμη και Νοσταλγία  3ον Συνέχεια. 

Το Σπίτι των Ονείρων μου: Μνήμη και Νοσταλγία  3ον Συνέχεια. 

Προχωρώντας από το σαλόνι  του χαμηλού σπιτιού του Γκάιτατζη Θανάση και της Δαφνιώς , βρισκόμαστε σε ένα μικρό χωλ,  που ανοιγόταν και στις τρεις πλευρές του ,  τρία δωμάτια.   

Στο δεξί δωμάτιο , υπήρχαν δύο κρεβάτια σιδερένια με πολύ φουσκωτά στρώματα σκεπασμένα με ωραίες   υφαντές κουβέρτες . Εδώ πρώτη φορά είδα σκέπασμα για το πάπλωμα με πολλά κομμάτια υφάσματος ραμμένα μεταξύ τους,  σαν ‘ πάτσγουορκ ‘ . Η εφευρετικότητα των νοικοκυρών ήταν πολύ  μεγάλη και η οικιακή οικονομία ήταν πολύ διαδεδομένη .   Τα μαξιλάρια ήταν κεντημένα με άσπρη ,  μπλε,  ροζ κλωστή πλακέ και είχαν κορδέλες.  Δίπλα ήταν ένα ξύλινο  μπαούλο  και πάνω του είχε μια  ‘γικιά’ στοίβα ,  με παπλώματα και κουβέρτες σκεπασμένα με ένα ψιλό υφαντό με  ‘σατσάκι’, που ήταν η  φαρδιά δαντέλα .  

Στον τοίχο κρεμόταν μεγάλες  φωτογραφίες  από τα κορίτσια και υπήρχε   ένα ράφι , που επάνω του ήταν μία κουκλίτσα κλεισμένη στο κουτί  της ! Σε ένα μικρό τραπεζάκι επάνω ήταν περιοδικά της εποχής εκείνης , το Ντομινό , το Φαντάζιο, το  Ρομάντσο  και πολλά φιγουρίνια με φορέματα της μόδας ,  που τα είχαν οι θείες μου και τα αντάλλασσαν με τις φίλες τους.     Στον τοίχο επίσης κρεμόταν μια λάμπα με το πετρέλαιο έτοιμη για άναμμα. Κάτω το πάτωμα  ήταν βαμμένο με κοκκινόχωμα και είχε ψάθα , πριν από τα χαλάκια . 

Στο μεσαίο δωμάτιο υπήρχε   ένα διπλό σιδερένιο κρεββάτι η λεγόμενη καριόλα  , με πολύ ωραίο κάγκελο και ασημί στριφτό  κεφαλάρι .  Ήταν πολύ ωραία στολισμένο  αυτό το  κρεββάτι ,  ο  κρεβατόγυρος έφτανε μέχρι κάτω και είχε πολλή δαντέλα . Εδώ υπήρχε ένα ξύλινο επίσης  μπαούλο και πάνω του ήταν η  ‘γικιά ‘,  με τα σκεπάσματα .  

Δίπλα ήταν η  ξύλινη ντουλάπα με δύο πόρτες  με καθρέφτες και πολύ ωραία γυάλινα πόμολα . Ανοίγοντας την ντουλάπα ήταν  το μπλε  ταγιέρ της γιαγιάς για την εκκλησία ,  το γκρι  παλτό της με τα μεγάλα κουμπιά και ένα ακόμα φόρεμα,  ένα κουστούμι του παππού και ένα πουκάμισο και στο κάτω μέρος της ντουλάπας ήταν τα καλά τους τα  παπούτσια.  

Δίπλα στην ντουλάπα ήταν ή ραπτική μηχανή ανοιγμένη  έτοιμη να  γαζώσει  πάντα . 

Παραδίπλα ένα μικρό τραπεζάκι με ένα  μπιμπελό σκυλάκι  ,που κουνούσε το κεφαλάκι του,  μόλις το  μετακινούσες .Αυτό το διακοσμητικό ,  το είχε στείλει η κόρη τους η Αννίτσα  που ήταν στην Γερμανία μετανάστης . 

  Το πάτωμα  εδώ ήταν ξύλινο και είχε μικρά χραμάκια χαλάκια στρωμένα . Δυό  μικρά παράθυρα έβλεπαν   προς τον μπαχτσέ και το ένα το έκλεινε , η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά του κήπου .  

Πίσω από την ξύλινη πόρτα αυτού του δωματίου κρεμόταν η τσάντα της γιαγιάς μου,  που  την κρατούσε μόνο στην εκκλησία.  

Τώρα μπαίνουμε στο αριστερό δωμάτιο. Εδώ έχει πολλά ράφια και το χρησιμοποιούσε η γιαγιά μου , σαν αποθήκη. Στα ράφια επάνω είχε τα κρεμμύδια , τις πατάτες , τους τραχανάδες της . Σε  ένα μεταλλικό  σεντούκι  ,  μέσα και  πάνω είχε τα πρόχειρα χαλάκια και τις  κουρελούδες. Εδώ ήταν τα πρόχειρα ρούχα της οικογένειας . Είχε δύο παράθυρα , που έβλεπαν προς την αυλή του σπιτιού  , μια λάμπα κρεμασμένη και δίπλα ένα φανάρι θυέλλης. 

Μπροστά στο σπίτι ήταν δύο μεγάλες ασκαμνιές ,μουριές , που έδιναν τα ζουμερά  μούρα τους στην οικογένεια   και τα μακρυά κλαδιά  με τα μεγάλα φύλλα , έδιναν την σκιά  τους ,  τα καλοκαίρια . 

Στην συνέχεια ήταν η μεγάλη ροδιά, που σαν νυφούλα φορτωμένη, μάς έδινε  τα ρόδια ζουμερά και κατακόκκινα κάθε χρόνο.  

  Στη συνέχεια του σπιτιού ήταν δύο αποθήκες . Εκεί ο παππούς μου έβαζε τα χόρτα  για τα ζώα  και στο διπλανό αποθηκάκι, που είχε χωρίσματα , τα αμπάρια , έβαζε τα σιτάρια  και τα κριθάρια . 

Δίπλα ακριβώς ήταν ο στάβλος με τις αγελάδες και τα μοσχαράκια . ‘Έχω δει πολλές φορές τα μοσχαράκια και τις αγελάδες και πολλές φορές τη γιαγιά μου και τον παππού μου να  αρμέγουν τις αγελάδες,  και τα μοσχαράκια να πίνουν το γαλατάκι από τις μανούλες τους .Πόσο κοντά στα θαύματα της φύσης ζούσαμε τότε !  

Δίπλα στο στάβλο  ήταν μια άλλη αποθήκη που ήταν μέσα τα άλογα του παππού μου και έξω  από αυτήν ήταν το κάρο .Στην άκρη του οικοπέδου ήταν το κουμάς(ι),  το κοτέτσι με τις κότες .Πολύ μου άρεσε να μπαίνω μέσα!  Ήταν ένα μικρό σπιτάκι που  είχε ντενεκέδες με χόρτα και  ‘σάλματα ‘ ,ξερά χόρτα  από τα σιτάρια .   Είχε σε κάθε ντενεκέ ένα αυγό , το λεγόμενο φώλιο ή μια στρογγυλή πέτρα  για να  ‘βοηθάει’  τις κότες,  να γεννούν τα αυγά. Πόσο μου  άρεσε να μαζεύω τα αυγά μέσα σε ένα ‘ μπακιράκι ‘ μικρό τσίγκινο κουβαδάκι ,  που μου έδινε η γιαγιά μου. Εγώ κάθε φορά βιαζόμουν και  σήκωνα  τις κοτούλες από τη φωλιά τους και σήκωνα μέχρι και τις κλώκες , τις κλώσσες . Η μαμά μου με μάλωνε ,  που έμπαινα στα κουμάσια ! Φοβόταν μην κολλήσω κοτόψειρες! Δίπλα στο κουμάς(ι),   ήταν ένας άλλος χώρος μικρός  και χρησιμοποιούνταν για τις  βιολογικές ανάγκες της οικογένειας .  

Ας αφήσουμε την αυλή και ας  στρίψουμε για τον μπαχτσέ . Πριν φτάσουμε στον ξυλόφουρνο κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του σπιτιού τρία ξύλα  ‘ τσιτιμένα ‘  ,  μπηγμένα  στο έδαφος  συγκρατούσαν την κληματαριά . Όταν ήταν η εποχή των σταφυλιών , αυτά κρέμονταν και  ο παππούς μου τα τύλιγε με τούλια , για να μην τα τρώνε τα πουλιά μέχρι να ωριμάσουν. Η κληματαριά έδινε και την ομορφιά και την δροσιά της.Στον χοντρό κορμό της κληματαριάς  ήταν δυό σύρματα περασμένα που  όλο ανέμιζαν και στέγνωναν τα ρούχα τής οικογένειας !  

Σε αυτήν την αυλή κάτω από  αυτήν την κληματαριά , τα απογεύματα  έβρισκα όλες τις αγαπημένες μου !  

Η παρέα της γιαγιάς μου ήταν μεγάλη . Τότε οι άνθρωποι έκαναν μεγάλες παρέες και δεν είχαν μοναξιά . Θυμάμαι τις φίλες της γιαγιάς μου  Μαρίτσκω Εσκιόγλου ,   την Γιαννούλα του Αργυρόπουλου , την Κατίνα του Τακίδη , την θεία Αννίτσα του Τσαλικίδη ,  την θεία Φούλα  Μήττα και Βέτα Γρόζου , την Επαμεινώνταινα την Αναστασία Σπαρταλίδου ,  την  κουμπάρα της την Αναστασία την  Φωτιάδου , την θεία Ζωή την Τσαλικίδου , την Σουλτάνα την  Πολυχρονάκη , την γιαγιά Αγγελικώ την Τσαλικίδου , την Ευδοκία  και την Σοφία την Τααλικίδου ,τις  νύφες της Νούλα  και Μαρίκα Γκάιτατζη ,  την κόρη της Φωτούλα, Αννίτσα και Νίκη  , την Σμαραγδή την  Τζώρτζνξαινα , την Αθανασία  μαμά της Δόξας,  την Καλλιοπή του Αργυρόπουλου,  την Ευγενία του Μπουρτζή ,  την Μαρμαρίδαινα , την Τασούλα Τσαλικίδου , την Ζηνοβία Χατζή . Εδώ μαζεύονταν όλες οι γυναίκες ,  αντάλλασσαν τις κουβέντες τους και έλεγαν διάφορα μασάλια . Τα καρεκλάκια τους ήταν κομμένοι κορμοί δέντρων , με μαξιλαράκια επάνω .  Κάθε πρόσωπο είχε την δική του μοναδική παρουσία και η γιαγιά ,πάντα πρόθυμη  και χαρούμενη, ήταν η ψυχή αυτών των συγκεντρώσεων. Έτσι το σπίτι γινόταν το κέντρο ενός κόσμου γεμάτου ζεστασιά και αγάπη. 

Η συνέχεια και το  τέλος στο επόμενο . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή