Το Σπίτι του Χουριέτ 

Το Σπίτι του Χουριέτ 

Ήταν αρχές άνοιξης του 1930, όταν η Φωτεινιώ πάτησε το πόδι της στο κατώφλι του σπιτιού που της έλαχε στον κλήρο. Μια κάμαρη με σοφρά, μια μικρή αποθήκη κι αυλή με χώμα ξερικό, πετρώδες. Πίσω της στεκόταν ο Θανάσης, ο άντρας της, με τα μανίκια σηκωμένα και το βλέμμα πεισματωμένο — ούτε να γελάσει ούτε να κλάψει μπορούσε εκείνη τη μέρα. Στο χέρι κρατούσε τον μπόγο με τα λίγα προικιά που έσωσαν απ’ το Άκαλαν.  

— Εδώ θα ριζώσουμε, είπε σιγανά ο Θανάσης. Σαν να το ’λεγε πιο πολύ για τον εαυτό του. 

Η Φωτεινιώ δεν μίλησε. Μονάχα έβγαλε το μαντίλι της, το ’δεσε σφιχτά γύρω απ’ τα μαλλιά κι έσκυψε να ξεριζώσει τα πρώτα χόρτα που φύτρωναν πλάι στο κατώφλι. Όπου πατούσε πρόσφυγας,  έπρεπε να καθαριστεί η γη, να γίνει αυλή ,να γίνει μνήμη και μέλλον μαζί. 

Εκείνη τη μέρα έστρωσαν δυο κουρελούδες, έστησαν ένα μικρό εικονοστάσι σ’ ένα καρφί στον τοίχο κι άναψαν το λυχνάρι. Ύστερα η Φωτεινιώ βγήκε κι έκατσε στο μπαλκονάκι.  Κοίταξε το δρόμο που άρχιζε να σβήνει στο σούρουπο. Στη διπλανή αυλή, μια άλλη γυναίκα , η αδελφή του άντρα της, η  Βδοκιά, έριχνε ασβέστη στον τοίχο. 

— Βδοκιά, της φώναξε η Φωτεινιώ, πού βρίσκεις μπογιά για τα παράθυρα; 

— Ένα νήμα και λίγη ώχρα θες. Θα σου δείξω αύριο. Κι οι γραμμές να ’ναι ίσιες. 

Την άλλη μέρα οι δυο γυναίκες έβαψαν τα παράθυρα. Πρώτα η Βδοκιά έδεσε το νήμα, το πότισε στην ώχρα, το τέντωσε προσεκτικά και το χτύπησε στον τοίχο. Μια καθαρή γραμμή εμφανίστηκε. Η Φωτεινιώ χαμογέλασε πρώτη φορά μετά από μήνες , σαν να έβαλε τάξη στον κόσμο της μ’ εκείνη τη γραμμή. 

Τις μέρες που ακολούθησαν έσκαψε την αυλή. Κάθε μέρα και μια τρύπα, κάθε μέρα και μια ρίζα. Πρώτα φύτεψε ζερντελιές, να ’χει ο Θανάσης βερίκοκα. Ύστερα αβραμπουλιές, για να κάνει κομπόστα τον Αύγουστο. Δίπλα στη μάντρα έβαλε τριανταφυλλιές, ροζ ,όπως είχε στην αυλή της μάνας της. Κι αγιόκλημα, να σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι και να μοσχοβολά τα βράδια που θα κάθεται να ξεκουράζεται με τον Θανάση. 

Το Πάσχα έφτιαξε παρτέρια με μαργαρίτες και γεράνια. Στην άκρη φύτεψε ζουμπούλια  που της έδωσε η Φωτεινή του Μάνου. Μια άλλη γειτόνισσα, η Μαγδαληνή η Τσιφουτάκη, της έφερε σκυλάκια και σπαράγγια. Κάθε λουλούδι ήταν σαν τάμα. «Να ζήσουμε», «να ριζώσουμε», «να μας συγχωρέσει ο Θεός που αφήσαμε πίσω τους τάφους μας». 

Τέσσερα κορίτσια μεγάλωσαν μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι. Σαν μεγάλωσαν λίγο, έπαιζαν κρυφτό πίσω απ’ τις μουριές που φύτρωσαν δίπλα στη μάντρα. Η μικρή Τριανταφυλλιά μάζευε τριαντάφυλλα κι έφτιαχνε το γλυκό του Μάη με τη μάνα της. Η Μαρίκα κι η Κοκώνη δούλευαν στα χωράφια με τον πατέρα τους. Η Κωνσταντινιά βοηθούσε τη μάνα της σε όλες τις δουλειές του σπιτιού. 

Τα απογεύματα, όταν ο ήλιος έγερνε πίσω απ’ το χωράφι, η Φωτεινιώ άνοιγε την πόρτα, καθόταν στο μπαλκονάκι κι έπλεκε. Από μακριά φαινόταν μόνο το φως του λυχναριού και η σκιά της πάνω στον ασπρισμένο τοίχο. 

Ο Θανάσης κάποιες μέρες καθόταν στην αυλή και διόρθωνε τα εργαλεία  του . Έζεβε το άλογο και πήγαινε αγώγια. Από κάτω μοσχοβολούσε το αγιόκλημα και οι κότες τριγυρνούσαν στα πόδια του .  

Τα χρόνια πέρασαν. Η αυλή έγινε παράδεισος. Η κληματαριά σκέπασε το μπαλκόνι κι έριχνε σταγόνες στο κεφάλι της Κοκώνης, που έγραφε τα πρώτα της γράμματα στο χαρτί. Οι κορομηλιές λύγιζαν απ’ τον καρπό, οι τριανταφυλλιές μοσχοβολούσαν όλη τη γειτονιά. Στη μέση της αυλής, το πηγάδι με το τσικρίκι του και τον κουβά ήταν  έτοιμο να δώσει δροσερό νερό. 

Μα εκείνο που έμεινε πιο πολύ απ’ όλα ήταν η γραμμή , η ίσια γραμμή γύρω απ’ τα παράθυρα. Σαν σύνορο που κράτησε το όνειρο μέσα και το κακό έξω. Σαν μονοπάτι που οδηγούσε τον ξένο μέσα, στην αυλή της Φωτεινιώς, εκεί που χωρούσαν όλοι ,συγγενείς, γείτονες, φίλοι και περαστικοί. 

Γιατί σε τούτο το μικρό σπίτι η Φωτεινιώ ήξερε πως τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια. Όλα ριζώνουν ξανά, αν τα ποτίσεις με αγάπη. 

Τα χρόνια κύλησαν σαν το νερό που έσταζε απ’ την κληματαριά. Τα κορίτσια έφυγαν για άλλες γειτονιές, έκαναν οικογένειες. Στην αυλή της μάνας της έμεινε η Κωνσταντινιά, κι έστησε μια μικρή γωνιά με τον αργαλειό της. Κάθε πρωί έπινε καφέ δίπλα στις τριανταφυλλιές που φύτεψε η Φωτεινιώ. Και το σούρουπο καθόταν στο μπαλκονάκι κι ακουμπούσε την πλάτη της στον τοίχο που ακόμα κράταγε εκείνη την πρώτη, ίσια γραμμή. 

Τα απογεύματα έραβε φορέματα και προικιά μαζί με τις φιλενάδες της. Οι φωνές των κοριτσιών μπλέκονταν με το τραγούδι των πουλιών στις ζερντελιές και το θρόισμα των φύλλων. 

Κι όταν πια ο Θανάσης έφυγε απ’ τη ζωή, το σφυρί του κρεμάστηκε δίπλα στο παλιό φανάρι. Η Κωνσταντινιά το ξεσκονίζει κάθε τόσο ,το ίδιο κάνει και με τις τριανταφυλλιές. Τις κλαδεύει, τις ποτίζει και λέει: 

— Να θυμάστε. Η αυλή θέλει χέρι και καρδιά. Αν δεν την ποτίσεις, ξεραίνεται. Αν δεν την αγαπήσεις, χάνεται. 

Κι όταν έφυγε κι η Φωτεινιώ, ήσυχα ένα φθινόπωρο, η Κωνσταντινιά φύτεψε καινούριες τριανταφυλλιές,  να θυμίζουν τη μάνα της. 

Κάθε Πάσχα, η αυλή γέμιζε κόσμο. Συγγενείς,αδελφές , γαμπροί, ανίψια,  που έτρεχαν γύρω στην αυλή , γειτόνισσες που έφερναν γλυκά του κουταλιού, άντρες που κάθονταν στο πεζούλι και έπιναν ρακί. Η Κωνσταντινιά έλεγε: 

— Εδώ θα ’ρχονται όλοι. Εδώ θα μαζευόμαστε. Μην πάει χαμένη η γραμμή της μάνας. 

Έτσι κύλησε ο καιρός. Άλλοι φύγανε, άλλοι ήρθαν. Η αυλή έζησε πανηγύρια και κηδείες, χαρές και λυγμούς, προίκες και γλέντια. Μα η γραμμή γύρω απ’ τα παράθυρα έμενε πάντα ίδια. Μια ίσια γραμμή που έλεγε σε όποιον περνούσε το κατώφλι . Εδώ είναι ρίζες, εδώ είναι μνήμη, εδώ δεν χαθήκαμε. 

Και σαν βραδιάζει, κάθεται κι εκείνη στο μπαλκονάκι, κοιτά τον δρόμο που πάει μακριά και χαμογελά. Γιατί ξέρει πως τίποτα δεν τελειώνει, όσο υπάρχει μια αυλή που μοσχοβολά και μια γραμμή που χωρίζει τον κόσμο απ’ την λησμονιά. 

Λέγανε «το Σπίτι του Χουριέτ» κι όλοι ήξεραν για ποιο έλεγαν. Ένα σπιτάκι του Εποικισμού, φτιαγμένο με πέτρα, λάσπη και την ελπίδα των ξεριζωμένων. Στέκονταν στην άκρη του χωριού, με την αυλή γεμάτη βασιλικούς και μια κληματαριά που σκαρφάλωνε ως τη σκεπή. 

Εκεί μεγάλωσε η Κωνσταντινιά,η κόρη  του Θανάση ,που φύτεψε στη γη του ξένου τόπου και τον έκανε δικό της. Περνούσαν τα χρόνια κι εκείνη έλεγε «να προφτάσω να γίνω γριά, να τους καμαρώνω όλους». Και τα κατάφερε , έφτασε τα 88 της χρόνια, ευλογημένα, ανακατεύοντας αναμνήσεις. 

Μέσα στους τοίχους του σπιτιού του Χουριέτ σιγοψιθυρίζουν ακόμη οι φωνές των παλιών. Ο πατέρας με το καπέλο του, η μάνα με την ποδιά της, οι συγγενείς που έρχονταν για να μοιραστούν ένα πιάτο και τα νέα τους. Κάθε πέτρα και μια ιστορία. 

Κι η Κωνσταντινιά ,έμεινε όρθια, σαν δέντρο στην αυλή. Όταν την ρωτάνε τι είναι ευτυχία, λέει : “Να ανάβεις το φως το βράδυ και να είσαι γερή”.  

Το Σπίτι του Χουριέτ στέκει ακόμα. Γιατί όσο ζει η μνήμη, ο ξεριζωμός δεν νικάει ποτέ. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή