Το Σπίτι που Θυμάται.Το Έρημο Λυπημένο Σπίτι!
Ήταν ένα έρημο , λυπημένο σπίτι . Στεκόταν εκεί στη Νέα Δήμητρα , ανάμεσα στους δρόμους που μιλούν μόνο με την γλώσσα της μνήμης , το μάτι μου έπεσε σε εκείνο το παλιό ξεχασμένο σπίτι . Βλέπω την πόρτα κλεισμένη με σύρμα που έμοιαζε σαν να κρατάει μέσα της ό,τι είχε απομείνει από το παρελθόν. Το είδα καθώς περπατούσα .Να μπω ! Θέλω να μπω ! Πρέπει να μπω ! Ένιωθα σαν να με καλούσε . Ξετυλίγω το σύρμα από το παλιό με σχέδια πόμολο και σπρώχνω την πόρτα . Άνοιξε εύκολα σαν να με περίμενε και με βάζει μέσα . Μετράω απουσίες στο μυαλό μου . Μετράω ζωές ,που έζησαν εδώ μέσα .Μα όχι !
Τώρα εδώ μέσα με υποδέχθηκαν οι παλιοί ένοικοι , όμορφοι άνθρωποι . Ήταν ζεστό το μέρος σαν μια καλόδεχτη αγκαλιά . Θέλω να πιστεύω, πως το ξέχασαν κλειστό για πάντα να περιγράφει την σιωπή του, το σπίτι το έρημο .
Τα σαπισμένα ξύλα ήταν έτοιμα να πέσουν στο κεφάλι μου .Οι τοίχοι ήταν μαυρισμένοι από την πολυκαιρία , αλλά αν τους έξυνες θα έβλεπες τα χρώματα . Τα σπασμένα πατώματα με έκαναν να αιωρούμαι .Ένα άδειο κρεβάτι, ένα τραπέζι με την κανάτα επάνω και μια ορφανεμένη φωτογραφία ,που απαθανάτισε μια χαρούμενη στιγμή .
Πιο πέρα μια άλλη τόσο ψηλά κρεμασμένη , που δεν μπόρεσα να την αγγίξω , αλλά η μορφή της μου χαμογελούσε από τον τοίχο.
Το εικόνισμα σκονισμένο και αυτό . Ήταν αυτό που σκέπασε τις κραυγές των αγωνιστών της ζήσης και την προσευχή τυής πονεμένης μάνας .
Το ταβάνι ετοιμόρροπο και οι αράχνες, κι αυτές λίγες που επίπονα πλέκουν τον ιστό τους . Λες και οι αράχνες να θέλουν κι αυτές να βρίσκονται ανάμεσα σε ανθρώπους και να κρατήσουν κάτι από το παρελθόν.
Τρεις οι τοίχοι που το περικλείουν , ο τέταρτος λύγισε από τον χρόνο και άφησε εκτεθειμένο, το πλαϊνό μέρος του σπιτιού .
Προχώρησα .Από τον πεσμένο τοίχο είδα τις γάτες ,που έκαναν την καλύτερη ζωή . Μπαινόβγαιναν στο φρούριο , που κατέλαβαν . Παλιά για αυτές η παρουσία τους ήταν μόνο στην αυλή . Όταν το σπίτι είχε τον νοικοκύρη του ήταν απαγορευμένη η είσοδος σε αυτό . Τώρα ανεξέλεγκτες και ευτυχισμένες τριγυρνάνε, στα παλιά στρωσίδια με τα γατάκια τους .
Άγγιξα ένα από αυτά . Ό ,τι έπιασα στα χέρια μου ένιωθα ότι θα μου μιλούσε .Το κάθε τι είχε κάτι να μου ψελλίσει . Τα υφαντά στρωσίδια , το κεντητό πετσετάκι της κανάτας , το ποτήρι δίπλα στην κανάτα , το μαξιλάρι με το πλεκτό μαξιλαρόφυλλο. Αυτό πόσα είχε να μου πει.Όλες τις αγωνίες και τις λύπες , που έφερναν αϋπνία και δεν σφάλιζαν τα μάτια .
Η γκαζόλαμπα κρεμασμένη ακόμα στον τοίχο, αφημένη , που κάτω από το αμυδρό φώς της κεντήθηκε όλη η προίκα .Τα υφαντά στρωσίδια αφημένα στο έλεος του χρόνου, διπλωμένα , καλοτακτοποιημένα από τα χέρια μιας νοικοκυράς , που τα έφτιαξε και τα υπηρετούσε .Πόσα νταγκ – ντούγκ στον αργαλειό χτύπησε, για να γίνουν ;
Κι εγώ τώρα ένα πρωινό σαν καταπατητής μπήκα μέσα στο σπίτι και το «ρώνεψα» το είδα και το σχολίασα , το κάθε τι του . Ένιωθα ότι μπήκα εκεί και ότι ήταν ιεροσυλία αυτή η επίσκεψή μου .
Ίσως ήθελε να είναι μόνο του , λησμονημένο , μοναχικό με τις αναμνήσεις του και τους καημούς του . Μήπως περιμένει κάποια ζωή ;
Κάθισα πολύ ώρα μέσα σε αυτό το σπίτι .Ό ,τι έπιασα στο χέρι μου και ό,τι ανασήκωσα , κάθε σημείο του ήταν και ένα αποτύπωμα ιστορίας .
Μου δημιουργήθηκαν συναισθήματα , που έβγαιναν από αυτό, της λησμονιάς , του καημού , της ερημιάς , της θλίψης , των χαμένων στιγμών , της μοναξιάς και της αναπόλησης . Το αίσθημα των χαμένων ανθρώπων .Αυτών που έμειναν , αυτών που έφυγαν , αυτών που θα γύριζαν και αυτών που χάθηκαν .
Στην αυλή του είναι τα δέντρα, που φύτεψαν οι νοικοκυραίοι με το χέρι τους και έδιναν τον ίσκιο και τους καρπούς τους . Μπροστά στην πόρτα η γέρικη κληματαριά, επιμένει από τα ξερά κληματσίδια της , να βγάζει φύλλα και μικρά σταφυλλάκια .Τής λείπει το κλάδεμα , το πότισμα από τον νοικοκύρη . Τότε και αυτή από την χαρά της έδινε, τα καλύτερα μοσχοστάφυλλα .
Στο μισογκρεμισμένο μπαλκόνι ανάμεσα στα «πατερά» τα ξύλα της σκεπής , μια χελιδονοφωλιά και από μέσα ξεμυτούσαν τα μικράκια .Κάτω στο μπαλκόνι τα ταόφλια από τα αυγουλάκια ,που έδωσαν την ζωή σε αυτήν την φωλιά .Το μόνο δείγμα ζωής σε αυτό το έρημο σπίτι ήταν αυτά τα χελιδόνια καθώς η χρονίσια χελιδονοφωλιά πήρε ζωή .
Για το έρημο σπίτι όμως τα δικά του χελιδόνια δεν επέστρεψαν ποτέ. Μάταια περιμένει .
Οι άνθρωποι το ομόρφυναν , το στόλιζαν , το γέμιζαν , το χρωμάτιζαν .Από πάνω του πέρασε μια ολόκληρη ζωή …και δυό .Μιά ολόκληρη ζωή ακούμπησε πάνω του .
Αυτή η ζωή άφησε εδώ τους ήχους των ανθρώπων, τις φωνές τους , τα γέλια , τα τραγούδια , τους χορούς , τις χαρές, τις λύπες , την αγάπη , τα χρώματα , τις μυρωδιές , τα όνειρα. Ένας φύλακας αναμνήσεων μια αποθήκη ψυχών.
Πέρασε από πάνω του ο κρύος βοριάς του χειμώνα , η βροχή , το χιόνι , ο ήλιος . Φεύγοντας όμως ένας – ένας από αυτό το σπίτι , αυτό έμεινε για να θαφτεί κάποια στιγμή μόνο του μετά από τόσες απουσίες. Μάταια περίμενε τον γυρισμό .Θα μείνει ένα κομμάτι αγρός , χωρίς να θυμίζει τίποτε και σε κανέναν .
«Το σπίτι που γεννήθηκα
Κι ας το πατούν οι ξένοι
Στοιχειό είναι και με προσκαλεί
Ψυχή και με προσμένει «. Κωστής Παλαμάς
Αυτό το σπίτι δεν είναι απλώς ένα ερείπιο αλλά η μικρογραφία του χωριού μου .Ένας τόπος γεμάτος ιστορίες και θύμησες ,που ζητά να τον φροντίσουμε , να τον θυμηθούμε.
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023