Το Σπίτι με τα Πλιθιά στη Νέα Δήμητρα  

 Το Σπίτι με τα Πλιθιά στη Νέα Δήμητρα  

Το βρήκα σήμερα, περνώντας, όπως περνάς μπροστά από κάτι παλιό και ιερό, που σου μιλά με τη σιωπή του. Ένα κομμάτι του σπιτιού του Χριστόδουλου και της Σοφίας, στη Νέα Δήμητρα . Ένα κομμάτι από λάσπη με άχυρα, πλιθιά και ξύλα, στηριγμένα κάτω από κεραμίδια που αντέχουν ακόμα στον ήλιο, στη βροχή, στον χρόνο. 

Εδώ στέγασαν την προσφυγιά τους. Ο Χριστόδουλος, γιος του Σταύρου Αξονίδη και της Χαρίκλειας Μπαλόγλου, κουβαλούσε μέσα του τη μνήμη της Ανατολικής Θράκης. Από το Άκαλαν της Τσατάλτζας έφτασε ως εδώ, κι εδώ έστησε το καινούριο του σπιτικό με τη Σοφία, την κόρη του Παντελή Τσολακίδη και της Φωτεινής Μητακίδου, που η καταγωγή τους κρατούσε από το Λαζάρκιοϊ. 

Εδώ μέσα μεγάλωσαν τα παιδιά τους , ο Σταύρος, ο Στέργιος, ο Παντελής, ο Βασίλης . Εδώ έκλαψαν και γέλασαν. Ο Χριστόδουλος έκλαψε δύο φορές βαθιά. Μία για τον αδελφό του  Βασίλη, που τον πήρε η περιτονίτιδα  κι άλλη μία για τον άλλον αδελφό του τον  Κωνσταντίνο, που χάθηκε στα παγωμένα νερά του ναυαγίου του “Χειμάρρα”. Ο θρήνος του αντήχησε μέσα στα πλιθιά ,  στα ξύλα, ρίζωσε στους τοίχους. Αυτό το σπίτι θυμάται. Δύο αδέλφια χαμένα  κι εκείνος έμεινε να τους μνημονεύει. Τους θρήνησε εδώ, σ’ αυτούς τους τοίχους.  

Η Σοφία, γαλήνια και πρακτική, το φρόντιζε. Το άσπριζε με ασβέστη, το καθάριζε με σεβασμό. Θυμόμαστε τη μορφή της στο παράθυρο, με το βελονάκι στο χέρι. Πάντα κάτι έπλεκε , δαντέλες, στολίδια μικρά που στόλιζαν την καθημερινότητα. Ήταν επιδέξια, σιωπηλή εργάτρια . 

Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν κι άνοιξαν φτερά, εκεί έμεινε ο γιος της, ο Βασίλης, με τη δική του οικογένεια. Και το σπίτι δεν σταμάτησε ποτέ να ανασαίνει ανθρώπινες ζωές. Τώρα, μισό κρυμμένο από τον χρόνο, ένα κομμάτι του μόνο σώζεται. Μα είναι αρκετό για να ζωντανέψει τα πάντα. 

Το περνάς και λες ,χαλάσματα. Αλλά εγώ το βλέπω αλλιώς. Το βλέπω όπως ήταν. Τους βλέπω να μπαίνουν, να κάθονται, να γελάνε, να σιωπούν. Μυρίζω ακόμα τη σκόνη και το φαγητό, το καλαμπόκι, τη φωτιά στο μαγκάλι.  Πόσες φορές το ασβέστωσαν μέχρι να λάμψει; 

Στάθηκα απέναντί του. Το παρατήρησα.  

Το άγγιξα σχεδόν με το βλέμμα. 

  Αναρωτήθηκα ποια χέρια το έχτισαν, ποιοι ώμοι σήκωσαν τη σκεπή του.  

Ήταν τα χέρια της ανάγκης, της επιβίωσης. Και αυτό το μικρό, παλιό σπίτι στέκει ακόμα. Σαν να μας λέει ” Ήμουν εδώ. Υπήρξα σπίτι. Στέγασα ανθρώπους, αγάπες, θρήνους και χαρές. Μη με ξεχνάτε.” 

Κι εμείς, δεν ξεχνάμε. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή