Το Ρετσέλι της Μνήμης στη Νέα Δήμητρα  

Το Ρετσέλι της Μνήμης στη Νέα Δήμητρα  

Γύρω από τα αμπέλια της Νέας Δήμητρας απλώνονταν οι συκιές, οι ροδιές και οι αμυγδαλιές, σα να ‘ταν οι φύλακες αυτού του παραδείσου που ζούσαμε κάθε καλοκαίρι. Μαζί με τα μοσχάτα και τα ροζακί σταφύλια, ωρίμαζαν και τα σύκα , άσπρα και μαύρα, γεμάτα με τη γλύκα του ήλιου. 

 Με κάθε καλάθι σταφυλιών που γεμίζαμε, πάνω-πάνω, προσεκτικά σκεπασμένα με φρέσκα κληματόφυλλα, ήταν τα σύκα, το πιο γλυκό μυστικό του τρύγου. 

Τα σύκα έσταζαν μέλι και νοστιμιά, λες και ήθελαν να μας χαρίσουν όλη την καλοκαιρινή γλυκύτητα πριν έρθει το φθινόπωρο. Κάποια ήταν τσιμπημένα από τα πουλιά , αυτά τα μικρά, αχόρταγα με τα  τιτιβίσματα που είχαν κι εκείνα μερίδιο στον θησαυρό της γης. Έτσι, ο ήχος των πουλιών μπλέκονταν με την ευωδιά των σύκων . 

Όταν τέλειωνε το καλοκαίρι κι οι συκιές είχαν χορτάσει όλους με τους καρπούς τους, οι γυναίκες της Νέας Δήμητρας μάζευαν τα τελευταία, πιο ώριμα σύκα και έφτιαχναν το παραδοσιακό γλυκό του τόπου ,το ρετσέλ(ι). Έβραζαν τα σύκα ολόκληρα με ζάχαρη και νερό, κι έτσι γεννιόταν μια μαρμελάδα αρωματική, με τα φρούτα ανέγγιχτα μέσα, σαν μικρά κομμάτια μνήμης. 

Θυμάμαι τη μάνα μου, με το μαντήλι  στα μαλλιά και τα χέρια μυρωμένα από τα σύκα, να γεμίζει δύο μεγάλα πιθάρια από τις συκιές μας. 

 «Μαμά, πότε θα γίνει το ρετσέλ ;» ρωτούσα ανυπόμονα, κοιτώντας την κατσαρόλα να κοχλάζει. 

– «Υπομονή, παιδί μου. Όπως ωριμάζουν τα σύκα στο δέντρο, έτσι πρέπει να βράσει και το ρετσέλι, να δέσει καλά», έλεγε, κι ανακάτευε με τη μεγάλη ξύλινη κουτάλα. 

Εκεί, μέσα στα πιθάρια, φυλακίζονταν η μυρωδιά του καλοκαιριού και η γλύκα της παιδικής ηλικίας. Για όλο τον χειμώνα, το ρετσέλι άλειμμα πάνω στο ζυμωτό ψωμί γινόταν το πρωινό μας τραπέζι . Και κάθε φορά που το τρώγαμε, ήταν σαν να ξαναζούσαμε εκείνες τις μέρες του τρύγου. 

Κι αν τύχει και δοκιμάσουμε ξανά σήμερα από κάποιες χρυσοχέρες του χωριού που συνεχίζουν να φτιάχνουν αυτό το γλυκό, μας έρχεται εκείνη η αίσθηση. Η νοσταλγία του τόπου, οι ιστορίες των γιαγιάδων, το άρωμα της γης που ποτέ δεν φεύγει από την καρδιά. Ένα κομμάτι  ψωμιού, ένα κουταλάκι ρετσέλι, κι ένα ταξίδι πίσω στα καλοκαίρια που ακόμα ζουν μέσα μας και ξαφνικά η καρδιά ξαναγίνεται παιδί. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή