Το Πρώτο Φουστάνι της Αλεξάνδρας της Κεράτσας
Η Αλεξάνδρα η Κυριακίδου ,έμπαινε στο σπίτι της κυρά-Φρόσως Ευθυμιάδου , της δασκάλας ραπτικής ,σχεδόν σιωπηλή κάθε απόγευμα. Δεν μιλούσε πολύ. Έφερνε μαζί της το παλιό τετράδιο του αδερφού της, είχε σβησμένη την αριθμητική στις πρώτες σελίδες και το ύφασμα που της είχε δώσει η μάνα της, ένα φτηνό βαμβακερό, σε χρώμα σκούρο μπλε.
Ήταν πολύ όμορφη και είχε πολλά ταλέντα .Τα δάχτυλά της είχαν σιγουριά και επιμονή. Η βελόνα πήγαινε κι ερχόταν στο χέρι της σαν συνέχεια του σώματός της. Ήξερε να μετράει σωστά, να σχεδιάζει ίσια και να σιδερώνει με υπομονή, όπως την είχε μάθει η γιαγιά της η Καλλιόπη , που την είχε προλάβει , όταν την είχε φέρει ο ξεριζωμός.
“Εσένα, Αλεξάνδρα,σε βλέπω για μοδίστρα ολόκληρη”, της είχε πει μια φορά η κυρά-Φρόσω.
Μικρή κοπέλα τότε είχε κοκκινίσει και χαμηλώσει το βλέμμα, αλλά μέσα της είχε ανθίσει μια μικρή σπίθα.
Το φουστάνι που έραβε δεν ήταν για γιορτή. Ήταν για δουλειά. Για να το δείχνει . Ήταν σκούρο, σοβαρό, με στρογγυλεμένο γιακά και τσέπες , πρακτικό. Όταν το τελείωσε, η κυρά-Φρόσω τη φώναξε μπροστά στις άλλες.Η Αλεξάνδρα έμαθε γρήγορα. Έραβε με θάρρος, δοκίμαζε πατρόν που έβρισκε σε παλιές εφημερίδες και ζητούσε από τη δασκάλα να της δείξει “πώς γίνονται τα γιακαδάκια σαν της κυρίας δασκάλας”.
“Να τη δείτε την Αλεξάνδρα, κορίτσια. Δεν είπε πολλά, αλλά έμαθε πολλά. Και να θυμάστε, πως η τέχνη δεν θέλει λόγια, θέλει χέρι, καρδιά και σιωπή.”
Πρώτα η Αλεξάνδρα έγινε κομμώτρια . Πάντα καλοχτενισμένη η ίδια περιποιόταν όλα τα κορίτσια της Νέας Δήμητρας. Ρολά και λακ , κρεπάρισμα και φούσκες ,τα μαλλιά έπαιρναν διάφορα σχήματα .Άλλα κοντά , άλλα μακριά με μπούκλες ,άλλα καρέ, άλλα με περμανάντ . Χτένισε σχεδόν όλες τις νύφες του χωριού και έμαθε σε πολύ νεότερες κοπέλες την τέχνη της . Ήταν επιδέξια και συγχρόνως μάθαινε και την μοδιστρική . Τέτοιο μεγάλο ταλέντο ήταν στα χέρια και στο μυαλό .
Τελικά την τράβηξε περισσότερο η ραφτική και άρχισε να δουλεύει σε ραφτάδικο και στην Θεσσαλονίκη άνοιξε αργότερα δικό της ατελιέ. Της έδιναν στην αρχή να σιδερώνει, να κόβει φόδρες, να μετράει τα υφάσματα. Και αργότερα, όταν η υπεύθυνη είδε τις βελονιές της, της άφηνε να ράβει στριφώματα, μανίκια και σιγά σιγά, ολόκληρα φουστάνια για άλλες κοπέλες. Η Αλεξάνδρα δεν ήταν κορίτσι του μέτρου. Μιλούσε δυνατά, γελούσε με την καρδιά της και δεν φοβόταν να πει τη γνώμη της ακόμα και μπροστά στους άντρες.
Πριν φύγει, πέρασε από το σπίτι της κυρά-Φρόσως για να την χαιρετήσει. Έφευγε στη Θεσσαλονίκη για να ράψει τη δική της ζωή μακριά απ’ το χωριό.
«Έλα να σε φιλήσω, κορίτσι μου», της είπε η δασκάλα. «Δε θα σε κρατήσει το χωριό. Μα να μην ξεχάσεις από πού έφυγες.»
«Δε θα το ξεχάσω, κυρά-Φρόσω. Κάθε φορά που θα πιάνω βελόνα, θα σε θυμάμαι. Και μια μέρα, θα σου στείλω φουστάνι που θα το ’χουν δει και κυρίες στην Εγνατία.»Και όντως, ένα φθινόπωρο, έφτασε στη Νέα Δήμητρα ένα δέμα. Ένα ταγέρ σκούρο γκρι, τέλεια ραμμένο, και μέσα ένα σημείωμα:
«Απ’ την Αλεξάνδρα , τώρα στο Ατελιέ στη Θεσσαλονίκη. Για τη δασκάλα μου.»
Πάντα θυμόταν τα λόγια της κυρά-Φρόσως. Και κάθε φορά που έραβε κάτι με τα χέρια της, ήξερε πως δεν υπήρχε τίποτα πιο δικό της στον κόσμο.