Το Πρώτο μου Ταξίδι στ’ Αποστολάρ !
Ήμουν δέκα χρονών όταν ξεκίνησα το πρώτο μου ταξίδι, μόνη μου, δίχως να το καταλάβω. Από μικρή αγαπούσα την περιπέτεια. Ήθελα να γνωρίζω τα έθιμα του τόπου μου, να μπαίνω στις γιορτές και στους χορούς, να βλέπω πώς ζούσαν οι άνθρωποι. Η περιέργεια κι αυτή η παιδική δίψα για τον κόσμο ήταν που με έσπρωξαν τότε στο διπλανό χωριό, στους Κάτω Αποστόλους, στ’ Αποστολάρ.
Οι γονείς μας δεν μας κρατούσαν κλεισμένους, είχαμε ελευθερία να σεργιανάμε μέσα στο χωριό. Μας εμπιστεύονταν και μας άφηναν να γνωρίζουμε τους δρόμους και τους ανθρώπους, να μαθαίνουμε με τα δικά μας βήματα τους κανόνες της ζωής.
Ένα γιορτινό απόγευμα, εγώ κι οι φίλες μου περπατούσαμε στη βόλτα. Ήταν εκείνος ο δρόμος που ένωνε τη Νέα Δήμητρα με το Αποστολάρ ,όχι μακριά για σήμερα, μα για τα παιδικά μου πόδια τότε, μια αληθινή διαδρομή. Κάποια στιγμή ξέκοψα από τις άλλες και παρασύρθηκα από το πλήθος που τραβούσε προς το γειτονικό χωριό. Έβλεπα γνώριμα πρόσωπα και δεν φοβόμουν. Προχωρούσα με θάρρος.
Ώσπου ξαφνικά, μπροστά μου ξεπρόβαλε ένα μεγάλο κέντρο διασκέδασης, με πλατάνια ψηλά να αγκαλιάζουν τον χώρο. Μια ταμπέλα έγραφε «Κύπρος». Η μουσική δυνάμωνε όσο πλησίαζα κι ένα ποτάμι από κόσμο με έσπρωξε μέσα στον περίβολο.
Στεκόμουν στην άκρη και χάζευα. Η μουσική αντηχούσε δυνατά και πλήθος ανθρώπων μπαινόβγαινε στον περίβολο. Μπήκα κι εγώ, σαστισμένη και μαγεμένη. Στεκόμουν στην άκρη και κοιτούσα τον χορό να φουντώνει, τους χορευτές και τις χορεύτριες να παρασύρονται στον ρυθμό. Δεν ένιωθα πια τον χρόνο, μόνο τη χαρά της ανακάλυψης. Από μέσα έβγαιναν οι ήχοι του κλαρίνου και του βιολιού, μπερδεμένοι με τα χειροκροτήματα και τα γέλια.
Μπήκα μαζί με το πλήθος. Οι καρέκλες ήταν ξύλινες, βαριές, τα τραπέζια στρωμένα με λευκά τραπεζομάντηλα και οι κανάτες με το κρασί γυάλιζαν στο φως των λαμπών.
Οι γυναίκες στροβιλίζονταν με τα φουστάνια τους, οι άντρες κρατούσαν περήφανα τον χορό και τα τραγούδια αντηχούσαν διαφορετικά απ’ όσα είχα ακούσει μέχρι τότε. Δεν ήταν οι μελωδίες που γνώριζα από το σπίτι μου, όπου ο πατέρας μου έπαιζε στο ακορντεόν . Ήταν κάτι ξένο, αλλά μαγευτικό.
Οι άνθρωποι γλεντούσαν και το παιδικό μου μυαλό έχανε την αίσθηση του χρόνου. Η συγκίνηση της ανακάλυψης με γέμιζε χαρά. Νόμιζα πως ταξίδεψα σε άλλη γη. Μα ξαφνικά κατάλαβα ,το πλήθος λιγόστεψε, η μουσική έσβηνε και έξω είχε πέσει σκοτάδι.
Κοίταξα γύρω μου. Δεν έβλεπα κανένα γνώριμο πρόσωπο. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, με πλημμύρισε φόβος. «Πού είμαι; Πού είναι οι δικοί μου;» Ένιωσα τον πανικό να με κυριεύει. Μια ηλικιωμένη με πλησίασε. «Πο που ειν’ τούτο το γκζάνν;» ρώτησε τη διπλανή της. Κι εκείνη αποκρίθηκε: «Μοναχούτσκο θα είναι». Τα λόγια τους μου τρύπησαν την παιδική ψυχή, κατάλαβα τότε στ’ αλήθεια πως βρέθηκα μόνη, σε ξένο τόπο. Άρχισα να κλαίω.
Ένα χέρι απλώθηκε πάνω στο κεφάλι μου, προστατευτικό και με ρώτησε ποιανού παιδί είμαι. Ήξερα να απαντήσω και σε λίγο όλοι αναζητούσαν τρόπο να με γυρίσουν πίσω. Κι ώ, του θαύματος! Εκεί ήταν ακόμη η θεία Αθανασία με τον θείο Θανάση Χατζόπουλο και τα κορίτσια τους. Με πήραν από το χέρι και με συνόδευσαν ως το χωριό μου.
Η μητέρα μου με υποδέχτηκε με αγκαλιά και με μια αυστηρή προειδοποίηση να μην το ξανακάνω. Μα εγώ, με την παιδική μου αθωότητα, ήξερα πως θα έκανα πάντα ένα μικρό βήμα παραπέρα, αναζητώντας τον κόσμο που απλωνόταν γύρω μου σαν ανεξερεύνητη χώρα.
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, μπορώ να μιλώ γι’ αυτό το πρώτο μου ταξίδι σαν μια μικρή Οδύσσεια. Σαν να ήμουν ένας παιδικός Γκιούλιβερ που τόλμησε να ξεφύγει από τα γνώριμα όρια.
Γιατί τότε, στο Αποστολάρ, έμαθα πόσο εύθραυστο είναι το θάρρος ενός παιδιού και πόσο μεγάλος φαντάζει ο κόσμος όταν τον αντικρίζεις για πρώτη φορά μόνος.
Έτσι έμαθα ακόμα πως ο κόσμος μπορεί να μοιάζει ξένος και φοβιστικός, μα στα παιδικά μάτια παραμένει γεμάτος θαύματα και υποσχέσεις.
Ελένη Τσιφτσόγλου 2022