Το Προσκύνημα του εγγονού Αχιλλέα
Ήταν ένα ταξίδι που έμοιαζε με επιστροφή σε μια μνήμη που ποτέ δεν έσβησε. Ο Αχιλλέας Θεοφανίδης, εγγονός του μπάρμπα Γιάγκου του Τσαγκάρ, ξεκίνησε από τις Καστανιές του Κιλκίς, κρατώντας στα χέρια του τις λέξεις και τις σιωπές των παππούδων του. Ήταν γιος της κόρης του Γιάγκου , της Αθηνάς, μα από μικρός κρατούσε μέσα του τις ρίζες σφιχτά , σαν προσευχή. Οι αφηγήσεις των γερόντων δεν ήταν απλώς ιστορίες. Ήταν χάρτες ζωής. Από μικρό παιδί είχε την παράξενη εκείνη ευαισθησία να κάθεται κοντά στους γέρους και να τους ακούει, να μαζεύει τις λέξεις τους σαν θησαυρούς.
“Μην ξεχάσεις ποτέ από πού κρατάμε”, του έλεγε κάποτε ο παππούς ο Γιάγκος. “Δεν είμαστε από εδώ, αλλά όπου ριζώσαμε, αφήσαμε και ψυχή”.
Τα κλαδιά ,έλεγαν απλώθηκαν στο Όκλαλι της Τσατάλτζας, στη Νομαρχία Κωνσταντινούπολης, εκεί όπου ζούσε η οικογένεια Τσιφτσόγλου. Αλλά οι ρίζες ήταν αλλού . Πατριάρχες οι δυο αδελφοί: ο Μανώλης με τη Φωτεινή του, κι ο Ευστράτιος με την Ελένη. Ο Μανώλης είχε τον Νάνο, τον Τιμόθεο, τον Γιώργο Εμμανουηλίδη και τον Στέργιο Στεργιάδη , που τα επίθετά τους άλλαξαν μετά την προσφυγιά, μα η ψυχή τους δεν άλλαξε. Από τον Στέργιο γεννήθηκε ο μπάρμπα Γιάγκος Στεργιάδης , της Νέας Δήμητρας. Από τον Νάνο προήλθαν οι Σαράντης, ο Στέφανος, ο Δημήτρης. Ο Τάσος το Τσακάκ, από τον Νικόλα, γιο του Ευστράτιου. Οι Στεργιάδηδες, οι Εμμανουηλίδες, οι Τσιφτσόγλου, όλοι κομμάτια του ίδιου κορμού.
Η οικογένεια, λένε, είχε παλαιότερες ρίζες ακόμα, πιο βαθιές, που χάνονταν στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας, στο Κεράσοβο, τη σημερινή Αγία Παρασκευή και στο χωριό Πουρνιά. Ήταν μαστόρια της πέτρας, τεχνίτες του κόσμου, χτίστες γεφυριών, εκκλησιών, αρχοντικών. Όμως η ιστορία πήρε μια στροφή απότομα. Κάποιος πρόγονος σκότωσε έναν Τούρκο, λένε, και ο πατέρας του, δίνοντάς του λίρες, τον έστειλε μακριά , να σωθεί. Κι αυτός πήγε στην Πόλη, να βρει τη μοίρα του. Άλλοι συγγενείς πήγαν στην Πόλη γιατί ήταν τεχνίτες της πέτρας. Κουβαλούσαν στα χέρια τους το χάρισμα της δημιουργίας. Γέφυρες, εκκλησιές, αρχοντικά , όλα πελεκημένα με μεράκι κι ιδρώτα.
Κι έτσι ξεκίνησε το οδοιπορικό των Τσιφτσόγλου, ή αλλιώς των Νάτσων, κάποιους τους φώναζαν και Νασόπουλους. Από τις πέτρες της Ηπείρου στα σοκάκια της Πόλης κι από κει, μετά την Καταστροφή, στα χώματα της Νέας Δήμητρας.
Ο Αχιλλέας, ο εγγονός, πήγε πίσω. Πήγε στα μέρη εκείνα που είχαν μείνει μόνο στις διηγήσεις. Στο Κεράσοβο, στην Πουρνιά, στην Κόνιτσα .Ένα προσκύνημα, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά για όλη τη ράτσα. Έστειλε φωτογραφίες, γεμάτες φως και βουβό καημό. Τόποι παλιοί, μα γνώριμοι , σαν να τους θυμόταν το αίμα του. Ο Αχιλλέας στάθηκε μπροστά σ’ ένα χαλάσμα και ένιωσε την καρδιά του να πονά. Εκεί, είπε, ίσως να ζούσε κάποια γιαγιά, ίσως εκεί να γεννήθηκε κάποιος πρόγονος. Η σιωπή γύρω του ήταν γεμάτη παλιές ανάσες. Έβγαλε φωτογραφίες όχι για να τις δείξει, μα για να θυμάται. Να μη σβήσει τίποτα. Ένα προσκύνημα στο ξεκίνημα της ράτσας μας, όπως έλεγε.
Και η ιστορία συνεχίζει. Στις Καστανιές, στη Νέα Δήμητρα, στην Πόλη , στον χρόνο. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Αχιλλέα, που γυρνούν πίσω, η μνήμη μένει ζωντανή.
Ο Αχιλλέας επέστρεψε κρατώντας λίγη γη σε ένα σακουλάκι και την υπόσχεση πως θα διηγείται πάντα την ιστορία. Γιατί όταν χάνεις την πατρίδα, ο μόνος τρόπος να την κρατήσεις είναι να τη διηγείσαι.