Το Πορτραίτο στο Μικρό Σπιτάκι
Στην άκρη του χωριού μας Νέα Δήμητρα, στέκει ακόμη το μικρό σπιτάκι του θείου Βασίλη Γκαϊτατζή και της θείας Νούλας. Ταπεινό, με στέγη χαμηλή και αυλή που μύριζε κάποτε βασιλικό, έζησε μέσα του δυο οικογένειες, δυο εποχές, δυο κόσμους.
Πρώτοι το φώτισαν με την παρουσία τους ο Σωτήρης Τσακιρίδης και η Σοφία Κελεσίδου, που ήρθαν από το Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης, κουβαλώντας μαζί με τα μπαούλα τους και τις ελπίδες τους. Εκεί μεγάλωσαν τα τρία τους αγόρια: ο Μανώλης ο γνωστός Ντιμαράς, ο Ευθύμης, ο γνωστός Κελές και ο Αχιλλέας. Όταν οι καιροί τους πήραν το δρόμο του γάμου και της δικής τους φωλιάς, η Σοφία, χήρα πια, ακολούθησε τον μικρότερο, τον Αχιλλέα, στην Πέλλα. Το σπιτάκι έμεινε άδειο και πουλήθηκε σε έναν νέο γαμπρό, τον Βασίλη τον Γκάιτατζη.
Εκείνος, με τη Νούλα στο πλευρό του, έγραψε μια καινούρια ιστορία μέσα στους ίδιους τοίχους. Στην αυλή τους ακούστηκαν ξανά γέλια και παιδικές φωνές. Τρία κοριτσάκια, όμορφα σαν κούκλες, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν κάτω από εκείνη τη στέγη. Μα τα χρόνια κυλούν γρήγορα. Οι κόρες μεγάλωσαν, άνοιξαν φτερά κι έφυγαν μακριά. Η μία βρέθηκε στην Ελβετία, η άλλη στον μακρινό Καναδά, πέρα από τον ωκεανό και η μικρή σε άλλο χωριό.
Κάθε καλοκαίρι, όμως, γύριζαν στο πατρικό. Έφερναν μαζί τους και τα μικρά τους κλαδάκια, τα παιδιά τους, να γνωρίσουν το χωριό, το σπίτι, τις ρίζες. Να τα πάρει αγκαλιά η γιαγιά, να τα νανουρίσει με παραμύθια για νεράιδες και δράκους. Να στρώσει τραπέζι με τα πιο νόστιμα φαγητά και να ξαναγεμίσει το σπίτι φωνές, μυρωδιές και γέλια. Η αυλή γέμιζε φωνές, το τραπέζι μυρωδιές, κι η γιαγιά, με χέρια κουρασμένα μα καρδιά άγρυπνη, πρόσφερε ό,τι μπορούσε .
Κι ύστερα έρχονταν οι χειμώνες. Βαρείς, σιωπηλοί. Το σπιτάκι βυθιζόταν στη μοναξιά και οι τοίχοι στόλιζαν τις μέρες με φωτογραφίες. Πάνω στις εταζέρες και στους τοίχους κρέμονταν οι μορφές των παιδιών και των εγγονών. Ανάμεσά τους, μία ξεχώριζε. Το μεγάλο πορτραίτο του εγγονού, με το μπλε κοστούμι και τη γραβάτα. Στημένο με καμάρι, τραβηγμένο σε μια ξένη χώρα, είχε σταλεί για να ζεσταίνει την καρδιά της γιαγιάς. Ο παππούς το έβαλε σε κορνίζα, το κρέμασε στον τοίχο και από τότε, όποιος περνούσε από το δωμάτιο, πρώτα εκεί έπεφτε το βλέμμα του. Ένα χαμόγελο που ταξίδεψε πέρα από τον ωκεανό για να μείνει για πάντα στο βλέμμα της γιαγιάς.
Η γιαγιά Νούλα το καμάρωνε. Ίσως μάλιστα, τις μέρες της μοναξιάς της, να μιλούσε μ’ εκείνη τη φωτογραφία, να ζητούσε συντροφιά, να ακούει μια σιωπηλή απάντηση από το χαμόγελο του παιδιού. Γιατί όλοι ήταν φευγάτοι, σκορπισμένοι μακριά.
Τα χρόνια πέρασαν σαν νερό. Ο Βασίλης έφυγε για το μεγάλο ταξίδι και έμεινε η Νούλα μόνη, να ζει με τις μνήμες και τις φωτογραφίες. Μόνο οι φωτογραφίες έμεναν στις εταζέρες,
σαν μικρά παράθυρα σε άλλες ζωές.
Η γιαγιά Νούλα έζησε ως τα ογδόντα πέντε της, κρατώντας συντροφιά τις εικόνες στους τοίχους. Όταν κι εκείνη έφυγε, το σπιτάκι έκλεισε τις πόρτες του, μα κράτησε μέσα του χιλιάδες ιστορίες και ψιθύρους.
Και το πορτραίτο; Εκεί μένει ακόμα. Σαν να θέλει να μιλήσει για την ιστορία της γιαγιάς, για τα καλοκαίρια που ξανάνιωνε με την παρουσία των παιδιών και των εγγονών της. Σαν να περιμένει να ανοίξει η πόρτα, να ξαναγεμίσει το σπίτι φωνές. Να γεμίσει ξανά ο αέρας με γέλια, να θυμίσει πως κάποτε, μέσα σε λίγους τοίχους, χωρούσε μια ολόκληρη ζωή.
Το πορτραίτο είναι η μνήμη μιας οικογένειας, το βλέμμα ενός εγγονού που ταξίδεψε μακριά και γύρισε πίσω μόνο με αυτόν τον τρόπο ,να στέκει στον τοίχο και να κρατά ζωντανή την αγάπη.
Ελένη Τσιφτσόγλου
2025