Το Πηγάδι του Τσέτα . 

Το Πηγάδι του Τσέτα . 

Στην αυλή του Τσέτα ήταν το πηγάδι του . Ένα βαθύ πηγάδι με πολύ νερό,  που ξεδιψούσε όχι μόνο  τους σπιτικούς  αλλά και τους περαστικούς . 

Ο ήλιος έκαιγε  αλύπητα πάνω από τα χωράφια ,τις Πρώτες,όπως τις έλεγαν στο χωριό . Ήταν γη εύφορη ,αφράτο χώμα , καμπάδ( ι)κο ,που έδινε καλή σοδειά .Ο Τάσος ,παιδί δεκατριών χρονών , βοηθούσε τον πατέρα του ,τον  Νικολάκη ,όλη μέρα. Μόλις  τελείωσε η δουλειά ,πήρε τον δρόμο  για το χωριό . 

Περνώντας από την αυλή  του Τσέτα ,  ενιωσε τη δίψα να τον καίει . Το πηγάδι του Τσέτα ήταν βαθύ και δροσερό, ξεδιψούσε  όλο το χωριό .Ο Βασίλης ,ο γιός του νοικοκύρη, είδε το αγόρι και χωρίς δεύτερη σκέψη γύρισε το “ταικρίκκ(ι)» , για να βγάλει νερό . Μα , πριν προλάβει να του δώσει τον μαστραπά ,ακούστηκε ένας βουβός ήχος, ένα πλαφ ! Ο Τάσος είχε χαθεί !  

Ο Βασίλης πάγωσε . Έσκυψε πάνω από το πηγάδι και η καρδιά του σφίχτηκε . Το παιδί βρισκόταν μέσα ,  με το κεφάλι  κατά πάνω, αλλά το νερό δεν τον άφηνε να βυθιστεί και τον πέταγε . Ήταν ψηλός και αδύνατος και δεν τον έπαιρνε  κάτω .  

Βοήθεια  ! Βοήθεια ! Ο Τσέτας  άρχισε να φωνάζει και μαζεύτηκε στο χωριό . Οι άνθρωποι έτρεξαν και μαζεύτηκαν γύρω από το πηγάδι . Πώς να τον βγάλουν .Ήταν δύσκολο . Όλοι προσπαθούσαν να δώσουν μια λύση ! Πώς να βοηθήσουν .  

Κι εκείνη τη στιγμή , ένας άντρας προχώρησε μπροστά .  Ο  Ανέστης Ιωαννίδης του Νίκου  ο μπαμπάς  , άνθρωπος γέρος , ψύχραιμος .Χωρίς δεύτερη  σκέψη, έδεσε το σκοινί γύρω του  και άρχισε να κατεβαίνει  , πατώντας με προσοχή  πάνω στις πέτρες του πηγαδιού . Οι πέτρες του πηγαδιού ήταν γλιστερές ,μα εκείνος κρατούσε σφιχτά . Όταν έφτασε κάτω , το  παιδί γαντζώθηκε πάνω του με όλη τη δύναμή του . Ο Ανέστης το έσφιξε πάνω του και με αργές , προσεκτικές κινήσεις ,άρχισε να ανεβαίνει .  

 Και τότε ,όταν  ξεπρόβαλλαν μέσα  από το πηγάδι , ένα κύμα ανακούφισης σάρωσε το πλήθος . Οι χωριανοί  πήραν το παιδί  στην αγκαλιά τους και ευλογούσαν   τον Ανέστη για το θάρρος του .  

 Η  μάνα του παιδιού,  η άμια Κερανιώ,η  Τσάκαινα, η γιαγιά μου ,  όταν το έμαθε παρλαντίζονταν  και έτρεχε κατά κεί …ήταν μακρυά το σπίτι του θείου  Τσέτα , στην άλλη άκρη του χωριού .  Πολλοί θυμούνταν την Τσάκαινα να τρέχχ κατά κει !  Σαν  έφτασε λαχανιασμένη γεμάτη αγωνία  , αγκάλιασε τον γιό της  και ευχαρίστησε τον Τσέτα και τον Ανέστη . 

  _ Ο θεός να σε έχει καλά ,παιδί μου ,  του είπε . 

Ο  πατέρας μου ο Τάσος το θυμόταν πάντα . Μου το διηγήθηκε κι εμένα , χρόνια μετά .  

Και το επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Βασίλης ο Τσέτας , υπέρ-ενενηκοντούτης πια στην Πλατέα  της Νέας Δήμητρας , ,εκείνον τον παγωμένο  Ιανουάριο του 2023. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή