Το Πανηγύρι των Αμαράντων
Οι δικοί μας, πρόσφυγες από το Άκαλαν της Τσατάλτζας, είχαν ριζώσει στη Νέα Δήμητρα, μα δεν έπαψαν ποτέ να κρατούν δεσμούς με τους συγγενείς τους στα Αμάραντα Κιλκίς ,το παλιό Σούρλοβο. Ένα μέρος των κατοίκων εκεί είχε έρθει από τον ίδιο τόπο, Αγαλανιώτες κι αυτοί, δεμένοι με τις ίδιες μνήμες, τις ίδιες συνήθειες, την ίδια φτώχεια.
Οι χωριανοί μας επισκέπτονταν συχνά τους συγγενείς τους στα Αμάραντα. Ήταν άνθρωποι δουλευτάδες, χωμάτινοι, όπως κι εμείς. Καπνοκαλλιέργεια, γεωργία, ιδρώτας και μόχθος. Συναντιούνταν στους γάμους και στα γλέντια, στα πανηγύρια, μα και στις βαριές ώρες του πένθους, σε κηδείες και μνημόσυνα.
Οι δρόμοι ήταν δύσβατοι, χωμάτινοι, γεμάτοι πέτρες και λακκούβες. Οι δικοί μας, όμως, με το κάρο τους έπαιρναν τον ανήφορο. Περνούσαν πρώτα από το Παλιό, τις Καστανιές και το Δροσάτο, μέχρι που έφταναν κοντά στη λίμνη Δοϊράνη . Το μεγάλο πανηγύρι των Αμαράντων γινόταν στις 29 Αυγούστου, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Ήταν μια από τις σπάνιες ευκαιρίες να ανταμώσουν, να γελάσουν, να θυμηθούν τα παλιά. Οι γονείς μου πήγαιναν μαζί με άλλους συγγενείς κάθε χρόνο. Εκεί, ανάμεσα στο πλήθος, συναντούσαν τη γιαγιά Γιορδανιώ Καραγεωργάκη, τους Ποιμενίδηδες, τους συγγενείς που είχαν χαθεί στο πέρασμα των χρόνων. Οι Τριανταφυλλίδηδες του Χουριέτ πήγαιναν στην Υπαπαντή, την αδελφή τους. Η Ασημένια στα Αμάραντα περίμενε τους Παρπαράδες, τους δικούς της ανθρώπους και η οικογένεια του Παναγιωτίδη , της Μαρίας της Καλής, έσμιγε με την οικογένεια Κυριάκογλου και τα παιδιά τους .
Ο Χατζόπουλος ο Πρόδρομος , Αμαραντιώτης ,πήγαινε κάθε χρόνο στο πανηγύρι μαζί με τη γυναίκα του ,τη Ζωηρά ,για να συναντήσει τους δικούς του και να ξαναθυμηθεί τα παιδικά του χρόνια και τους φίλους του . Ήταν στιγμές γεμάτες συγκίνηση , με αναμνήσεις που αναβιώνουν μέσα από τις διηγήσεις ,τα τραγούδια και τις φωνές των ανθρώπων .
Κοντά στο συντριβάνι ,στην πλατεία του χωριού ,ήταν στρωμένο ένα μεγάλο τραπέζι. Εκεί καθόταν ο Χρήστος Αλμπάνης με τη Ζαχαρένια , τα παιδιά τους ,τον αδελφό του Λευτέρη και την οικογένειά του . Πιο εκεί ήταν τα σόγια του Ποιμενίδη του Γιώργου με την Αγαθή και όλοι ήταν μια ωραία παρέα . Το κρασί έρεε άφθονο,το φαγητό δεν έλειπε και τα όργανα χτυπούσαν διάφορους σκοπούς . Θρακιώτικα , ποντιακά ,σαρακατσάνικα , λαϊκά . Ήταν ένα συνονθύλευμα από ήχους και ρυθμούς ,από μνήμες και παραδόσεις ,από ανθρώπους που είχαν φέρει ο καθένας μαζί του τα τραγούδια και τα βήματα του τόπου του .
Το πανηγύρι δεν ήταν μόνο μια γιορτή. Ήταν η ζωντανή απόδειξη πως, ακόμα κι αν η προσφυγιά τους είχε σκορπίσει, οι ρίζες τους δεν είχαν κοπεί. Ήταν η ευκαιρία να ξανασμίξουν οι οικογένειες ,να θυμηθούν , να μιλήσουν για εκείνους που έφυγαν και να γιορτάσουν τη ζωή .
Και όταν το βράδυ έπεφτε και τα φανάρια φώτιζαν απαλά την πλατεία , οι τελευταίοι χορευτές έμεναν να στροβιλίζονται στον ρυθμό της μουσικής , σαν να ήθελαν να κρατήσουν για πάντα τη στιγμή , σαν να μην ήθελαν να τελειώσει ποτέ το πανηγύρι των Αμαράντων .
Στις μουσικές, στα γέλια, στις αγκαλιές που άνοιγαν ξανά, ζούσε η πατρίδα που άφησαν πίσω.