Το Πανηγύρι του Σταυρού στην Νέα Δήμητρα .
Ο χρόνος κυλά , μα οι αναμνήσεις μένουν . Στη Νέα Δήμητρα, το πανηγύρι του Σταύρου ήταν μια ανάσα ζωής , ένας σταθμός στη ροή του χρόνου. Εκεί έσμιγαν η πίστη , η χαρά και παράδοση και δημιουργούσαν μια μαγική στιγμή .
Μετά την εγκατάστασή τους στη νέα τους πατρίδα ,οι πρόσφυγες της Νέας Δήμητρας αναζήτησαν έναν τόπο λατρείας ,μια κιβωτό που θα στέγαζε την πίστη και τις ελπίδες τους .
Στην αρχή ο πρόχειρος ναός στήθηκε εκεί όπου αργότερα υψώθηκε το Κοινοτικό Κατάστημα . Μα τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου σημάδεψαν τον τόπο . Το Κοινοτικό Κατάστημα κάηκε και ο ναός μεταφέρθηκε στο σχολείο. Έπειτα , μια μικρή καλύβα , στο οικόπεδο που είναι σήμερα ο ναός μας, φιλοξένησε για χρόνια την προσευχή και τη λειτουργία , μέχρι να έρθει η ώρα του μεγάλου έργου . Η ανέγερση του Ναού του Αγίου Γεωργίου .
Ήταν ένα όνειρο που πήρε σάρκα και οστά με την αποφασιστικότητα και τον μόχθο των κατοίκων. Ο μάστορας Στέργιος Φωτιάδης ,μαζί με χωριανούς μας χτίστες . Δούλεψαν με τα λιγοστά μέσα της εποχής , υψώνοντας ένα ναό που έμελλε να δεσπόζει στο κέντρο του χωριού ,σαν φάρος πίστης .Οι καλοί τεχνίτες και οι εθελοντές ήταν ο Βαγγέλης ο Γκόγκος ,ο Χρυσαφάκης ο Κυριακίδης, ο Γιακίμς ο Ιωακειμίδης, ο Στέργιος ο Αξονίδης, ο Κωνσταντής ο Τσομπανάκης , ο Κυριάκος ο Κυριακίδης, ο Χρήστος ο Γκάιτατζης, ο Χρήστος ο Αναστασιάδης .
Σε αυτό το έργο βοήθησε όλο το χωριό με ό,τι δύναμη είχε ο καθένας.Τότε παρ’ όλη την φτώχεια τους και την ταλαιπωρία τους οι Νεοδημητριώτες μεγαλούργησαν . Κατάφεραν και έφτιαξαν αυτό το τεράστιο έργο με σύμπνοια. Έτσι ο επιβλητικός ναός με ψηλό τρούλο σαν κυπαρίσσι , ενίσχυε την ταυτότητα και δεσπόζει στο κέντρο του χωριού μας . Αυτό το μεγάλο οικοδόμημα επέτυχε να προσδώσει μεγαλοπρέπεια στην Πλατέα , όπου ήταν το σημείο συνάντησης όλων των χωριανών .
Τα εγκαίνια έγιναν στις 14 Σεπτεμβρίου 1955. Εκείνη την ημέρα ,η Νέα Δήμητρα γιόρτασε . Η συγκέντρωση όλων ήταν πάνδημη. Με στρατιωτική μουσική και τιμές έγιναν τα εγκαίνια. Ο ναός αφιερώθηκε στον Καβαλλάρη Άγιο Γεώργιο και είναι ο Προστάτης τού χωριού μας. Ο Άη Γιώργης ήταν ο προστάτης Άγιος από την Πατρίδα ακόμη .
Την ημέρα της γιορτής του Αγίου γίνονταν και το πανηγύρι του χωριού , όμως η προσέλευση του κόσμου ήταν μικρή γιατί όλοι στέναζαν υπό το κράτος της φτώχειας.Ήταν «άκρα καιρού» έλεγαν, δηλαδή τελείωνε ο χειμώνας και δεν είχαν χρήματα από καμμιά σοδειά.
Πώς θα έκαμναν το πανηγύρι; Πώς θα πήγαιναν στο πανηγύρι και μετά στο γλέντι της Πλατέας χωρίς χρήματα ; Οι προετοιμασίες για το πανηγύρι απαιτούσαν χρήματα και περιλάμβαναν καθαριότητα των σπιτιών και αγορά καινούργιων ρούχων ή το ράψιμο ρούχων στις μοδίστρες και την περιποίηση των μαλλιών στις κομμώτριες . Έτσι αποφάσισαν να μεταφέρουν την τέλεση του πανηγυριού στην ημέρα των εγκαινίων της εκκλησίας μας .
Η διασκέδαση είναιι συνώνυμο των Ελλήνων και οι Νεοδημητριώτες έχουμε μεγαλώσει μέσα στα πανηγύρια και τις γιορτές. Έτσι οργανώνονταν κάθε χρόνο την ημέρα αυτήν η εορταστική εκδήλωση, το πανηγύρι και με την ευκαιρία της θρησκευτικής εορτής γινόταν και η ψυχαγωγία του κόσμου. Συνδύαζαν το θρησκευτικό στοιχείο με τα στοιχεία της διασκέδασης και όλα αυτά εξέφραζαν τον λαϊκό πολιτισμό μας .
Οι προετοιμασίες άρχιζαν μέρες πριν. Οι νοικοκυρές άσπριζαν και καθάριζαν τα σπίτια τους και τους μπαχτσέδες.Απ’ έξω ήταν ασπρισμένες όλες οι περιφράξεις οι αυλές μέχρι και οι στάβλοι και τα κοτέτσια . Η τάξη και η καθαριότητα ήταν σημάδι τιμής . Ετοίμαζαν γλυκίσματα όπως οι κολοκυθόπιτες , οι ρυζόπιτες για τους συγγενείς και φίλους, που θα έρχονταν από άλλα χωριά και από την πόλη. Οι μοδίστρες δούλευαν ασταμάτητα ράβοντας καινούργια φορέματα για τα κορίτσια και παντελόνια για τα αγόρια .
Και έφτανε η μέρα της γιορτής . Δεν ήταν λίγοι αυτοί , που περίμεναν το πανηγύρι για να χορέψουν και να διασκεδάσουν .
Το πανηγύρι άρχιζε την παραμονή ,με τον Εσπερινό και την περιφορά της εικόνας του Αγίου Γεωργίου. Και μετά το γλέντι ξεκινούσε μέχρι το πρωί . Την άλλη μέρα όταν οι καμπάνες χτυπούσαν το πρωί της γιορτής ,όλο το χωριό μαζευόταν στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία και την αρτοκλασία .
Η Πλατέα γέμιζε κόσμο . Όλοι οι ξενιτεμένοι φρόντιζαν να έρθουν στο χωριό για να τιμήσουν τον Άγιο και να λάβουν την χάρη του.
Αλλά και για να γιορτάσουν ,να χορέψουν, να γλεντήσουν.Μα πάνω απ’ όλα, να ανταμώσουν . Οι δουλειές τους και τα βάσανα ,δεν τους άφηναν ξένοιαστους.Ο χρόνος ήταν λίγος για τέτοιες συναντήσεις και έτσι ήταν η ευκαιρία να συναντηθούν . Όλοι ήταν πλημμυρισμένοι με συναισθήματα χαράς και ξεγνοιασιάς .
Η Πλατέα φορούσε τα καλά της .
Πλημμύριζε ο τόπος από κόσμο και οι πλανόδιοι πωλητές έστηναν πάγκους με την πραμάτεια τους. Κουκλίτσες μικρές μέσα στα κουνάκια τους, τρίκυκλη πεταλούδα με χερούλι, τρακτεράκι με καρότσα, ρολογάκι με μπιλίτσα μέσα, δακτυλίδι με πέτρα, όπλο με κάνη.Εμείς οι μικρούλες κοιτούσαμε τα «τζιτζιά», όπως λέγαμε τα παιγνίδια. Με θαυμασμό και ζήλεια γιατί τα θέλαμε όλα δικά μας. Μπορούσαμε να πάρουμε μόνο ένα . Αυτή ήταν η συμφωνία με τον μπαμπά μας .
Πιο πέρα οι κούνιες , που ήταν βαρκούλες, για τα μικρά παιδιά και στην άλλη άκρη οι μεγάλες κούνιες ,που ανέβαιναν μόνο οι νεαροί ,που τολμούσαν επικίνδυνες φιγούρες . Πετούσαν σχεδόν στον αέρα ,από κούνια σε κούνια , για να εντυπωσιάσουν τις κοπέλες που παρακολουθούσαν γελώντας και ψιθυρίζοντας . Γέροι και νέοι ,άντρες και γυναίκες ,όλοι μαζί γλεντούσαν .
Σε άλλο άκρο της πλατείας μας ήταν το παιχνίδι «οι κρίκοι» . Αν έριχνες τον κρίκο, στο λαιμό του μπουκαλιού , το κέρδιζες . Επίσης το παιχνίδι τήυς σκοποβολής .Με το όπλο έριχναν οι νέοι και αν πετύχαιναν ‘’διάνα’’, κέρδιζαν δώρα . Για εμάς τις μικρούλες απαγορεύονταν από τον μπαμπά μας, ακόμη και να παραβρισκόμαστε εκεί . Και ύστερα το βράδυ ,το γλέντι κορυφωνόταν . Τα τραπέζια στήνονταν στην Πλατέα, τα όργανα έπαιρναν φωτιά και ο κύκλος του χορού δεν σταματούσε παρά μόνο όταν έφτανε το ξημέρωμα .
Όλοι συμμετείχαν …μα πιο πολύ ο «Τάμπα —Τούμπα» , το μαγαζί του Χρηστάκη του Παπάζογλου. Για χρόνια διασκέδαζε τους θαμώνες του και βρισκόταν δίπλα στο καφενείο του Στογιανάκκ. Μια καρότσα στημένη στην άκρη της Πλατέας , στρωμένη με «χράμια» και πάνω τα όργανα. Το κλαρίνο , το βιολί , το μπουζούκι και το νταούλι.
Οι καρέκλες ψάθινες για να κάθονται οι οργανοπαίχτες και η τραγουδίστρια , η «ντιζέζ», με λαμέ μίνι φόρεμα και μαλλί κότσο . Αυτές οι τραγουδίστριες ήταν το πρότυπο των κοριτσιών τότε , που ήθελαν όλες να γίνουν « ντιζέζ» και να άδουν τα τραγούδια της εποχής εκείνης.
Ξεκινούσαν στην αρχή με τα συρτά, τα χασάπικα, τους καρσιλαμάδες , τα αντικριστά.
Το κλαρίνο του Νικολάκη Δαφλίδη κελαηδούσε , το βιολί του Χριστοδούλη έκλαιγε , το νταούλι έδινε ρυθμό ,το μπουζούκι γέμιζε τον αέρα με τις χορδές του. Βαρούσαν τα όργανα και έδιναν το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα της περιοχής μας για να χορέψει όλος ο κόσμος μαζί . Για να ανταμώσουν στον χορό , πιασμένοι σε κύκλο, χέρι – χέρι και να ενωθούν με τη μουσική :
«Αυτά τα μάτια τα γλυκά
Για πες μου πού τα βρήκες
Τα έκλεψες ,τα αγόρασες ή δανεικά τα πήρες»
«Μου παρήγγειλε το χαϊδεμένο μου
Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι, μου παρήγγειλε τ’
Αηδόνι, με το πετροχελιδόνι…»
Και φυσικά το τραγούδι που ξεσήκωνε την καρδιά τους και το χόρευαν αντικρυστό καρσιλαμά …
«Σαν τα μάρμαρα της Πόλης
Αμάν ωχ αμάν
Που είναι στην Αγία Σοφιά
Έτσι τα ‘χεις ταιριασμένα ωχ αμάν
Μάτια ,φρύδια και μαλλιά…»
Και συνέχιζαν με τα λαϊκά άσματα της εποχής, για κάθε καημό. Ύστερα άρχιζαν οι ζεμπεκιές και βγάζανε όλοι τα ντέρτια τους.
«Τα δυο σου χέρια πήρανε ,βεργούλες και με δείρανε»
« Έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι και σου πήρε τα μυαλά σου μέσα απ’ το κεφάλι « και όσοι είχαν έρθει για το πανηγύρι από τα ξένα, ζητούσαν «παραγγελιά « τα τραγούδια της ξενιτιάς και του καημού του Καζαντζίδη.
Η νύχτα προχωρούσε και το γλέντι φούντωνε . Στο λαϊκό πρόγραμμα εμείς οι μικρές φεύγαμε στο σπίτι γιατί ήταν πολύ αργά.
Στα τραπέζια ήταν οικογένειες και «σόγια» μαζί. Είχαν μαζί τους και τους μουσαφιραίους τους.Στο δικό μας τραπέζι ήταν οι συγγενείς μας από τις Καστανιές, την Τούμπα,την Πέλλα , την Γέφυρα και την Θεσσαλονίκη .’Ημουν πολύ χαρούμενη , που έβλεπα τα ξαδέλφια μου και όλη αυτή η χαρά μας πλημμύριζε.
Μέσα από τις εικόνες και τις μυρωδιές και από την χαρούμενη κούραση της γιορτινής προετοιμασίας ερχόταν πιο κοντά οι χωριανοί. Τονώνονταν οι παραδόσεις , που μας ένωναν με το παρελθόν και μας έδεναν σαν οικογένεια ,σαν κοινότητα.
Ανήμερα της γιορτής γινόταν στην εκκλησία η Θεία Λειτουργία και αρτοκλασία.
Οι χωριανές έκαμναν την αρτοκλασία για τους άνδρες και τους γιους τους.Η ημέρα ήταν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και γιόρταζε ο Σταύρος και η Σταυρούλα. Τα πανέρια είχαν τους άρτους με μπουκαλάκια λάδι και κρασί.
Αρτοκλασία έκαναν η θεία Σοφία του Τσιφτσόγλου, η θεία Εψεβία του Γιοβαντσάκη ,η θεία Αγορίτσα του Ζαφειρόπουλου ,η κουμπάρα η Αλεξάνδρα του Καλλιόγλου ,η θεία Νίτσα του Αργυρόπουλου ,η θεία Ξανθή του Σοαντζόγλου, η θεία Θεοδούλη του Γιοβαντσάκη , η θεία Κυπαρισσώ (Σούλα) του Κυριακίδη ,η θεία Θεοκλινή του Κερεμίδη, η θεία Γιαννούλα του Αργυρόπουλου, η θεία Βιβίτσα του Αξονίδη. Στο τέλος της Λειτουργίας μοίραζαν τον άρτο οι μαμάδες και οι σύζυγοι των εορταζόντων και αυτό ήταν κάλεσμα στο σπίτι για την γιορτή .Μετά την απόλυση της εκκλησίας όλοι μαζεύονταν στην κοινότητα του χωριού, όπου γίνονταν οι ιπποδρομίες και οι ποδηλατοδρομίες.
Νέοι του χωριού έτρεχαν καβαλάρηδες με τα άλογα. Το σύνθημα το έδινε ο Πρόεδρος του χωριού και οι νέοι που έπαιρναν μέρος έτρεχαν μια διαδρομή, ίσαμε την άκρη του χωριού.’Οποιος κατάφερνε να παραβγεί, κέρδιζε. Σκόνη και θόρυβος από το τρέξιμο των αλόγων και κόσμος πολύς .Σκόνη και ζώα γίνονταν ένα . Όταν η σκόνη καταλάγιαζε έρχονταν οι ποδηλατοδρομίες . Ποιος θα έτρεχε ταχύτερα και θα έκοβε το νήμα πρώτος . Ο μπαμπάς μου πήρε, πολλές φορές μέρος και στα δύο και κέρδισε πολλές φορές.
Θυμάμαι τις επευφημίες του κόσμου και τα χειροκροτήματα ,σε αυτά τα αγωνίσματα που αναβίωναν πρότυπα ανδρισμού και γενναιότητας . Το έπαθλο του νικητή ήταν ένα κέρασμα με τους φίλους του , στο καφενείο του Παπάζογλου.
Το δεύτερο βράδυ το γλέντι στο πανηγύρι συνεχίζονταν χωρίς κούραση με τον ίδιο ρυθμό . Όλοι ήταν στο χορό και κανείς δεν κουραζόταν . Εκεί βέβαια γινόταν και οι γνωριμίες μεταξύ των νέων τού χωριού καθώς φούντωναν οι έρωτες και ξεκινούσαν τα ειδύλλια .
Το πανηγύρι στηριξε τις μουσικές μας ρίζες και ένωσε τα μέλη της μικρής μας κοινωνίας. Έδωσε συνοχή και δέσιμο στους ανθρώπους της. Έδωσε αισιοδοξία και ζωντάνια στους ταλαιπωρημένους νέους μας.
Αυτός ο σημαντικός θεσμός συνδύαζε την θρησκευτική ευλάβεια με την χαρά της κοινωνικής επαφής και την αναβίωση της παράδοσης . Και σαν πολιτιστικό γεγονός πρέπει να το διατηρήσουμε ζωντανό και αναλλοίωτο. Να το παραδώσουμε στις επερχόμενες γενιές και να ενδυναμώσουμε την αίσθηση της κοινότητας και της συνέχειας στο χωριό . Μπορούμε να εντάξουμε μέσα στοιχεία ιστορικής μνήμης και ιστορικής συνέχειας .
Αυτούς τους καιρούς περισσότερο από ποτέ έχουμε την ανάγκη να μην χάνουμε τις ρίζες μας και τους δεσμούς μας με το παρελθόν .
Ελένη Τσιφτσόγλου
2022