Το πάθημα του μπάρμπα – Γκογκότς .
Ο μπάρμπα- Γιώργης ο Τσιφτσής , γνωστός στο χωριό μας ως Γκογκότσης , σηκώθηκε να πάει νωρίς και κίν(η)σε να πάει στο χωράφιτ. Πήρε μαζίτ το φαΐ που τον ετοίμασε η γυναίκατ , η γιαγιά η Λαμπρινή Γκάνα πάρ ταπάνωτ μετά την πολλή κούραση .
Δούλεψε πολύ εκείνν τη μέρα , κουράστκε και είπε να σταματής(ει) , να κάν(ει) μια ‘μόλα’ ( στάση ) να φάει.
Ανοίγ( ει) το ζεμπίλλ ( την τσάντα ) με λαχτάρα , παίρνει την πετσέτα και είναι χαρούμενος που θα φάει και θα ξεκουραστεί ! Ψάχνει να βρει το πηρούν(ι), το κουτάλ(ι), τίποτα ! Μόν (ο) μια χτένα μέσα σ’ όλα. Πώς να φάει !
‘Έπιασε με τα χέρια από δω , έπιασε από κει , σαν να ποσώθκε( χόρτασε ) λίγο.
Το απόγευμα γύρ(ι)σε στο χωριό. Είδε η γιαγιά η Λαμπρινή το φαΐ , το περισσότερο γύρ(ι)σε πίσω.
Και ρωτάει τον άντρα της ‘ Γιατί μπρέ δεν έφα(γ)ες; « Και εκείνος απάντησε : « δεν πρόφτασα , γιατί όλ(η)την ώρα χτενίζουμνα !»
Η γιαγιά Λαμπρινή έσκασε στα γέλια ,κι η ιστορία του μπάρμπα – Γκογκότς έγινε ανέκδοτο στο χωριό ,να την θυμούνται όλοι να γελάνε και να τον πειράζουν !