Το Ούτι που Σώπασε
Ο Ευξάνθιος Τσαλκιτζής ( 1901-1958) μεγάλωσε με τη μουσική. Από παιδί ακόμα, στα στενά του Λαζάρκιοϊ, κρατούσε το ούτι σαν προέκταση της ψυχής του. Τα δάχτυλά του έτρεχαν στις χορδές με μια φυσικότητα που έκανε τους μεγαλύτερους να σταματούν και να ακούν. Όμως, η μάνα του, η Ευδοκία, είχε άλλη έγνοια.
- Άλλοι μαθαίνουν μια τέχνη, παιδί μου. Να ’χεις ένα ψωμί να ζήσεις!
Μα ο Ευξάνθιος δεν ήθελε τίποτα άλλο από τις νότες του. Κι όταν το 1924, στα είκοσι τρία του, άφησε την πατρίδα του και ήρθε με τους δικούς του στη Νέα Δήμητρα, η μουσική έγινε το μόνο σταθερό σημείο στη ζωή του. Οι δρόμοι άλλαξαν, τα σπίτια έγιναν ξένα, μα το ούτι του ήταν πάντα εκεί.
Το ούτι… Εκείνο το βαθύσκαφο όργανο, με τις διπλές χορδές και τον ζεστό, μελωδικό ήχο. Ήταν σαν να μιλούσε μέσα από αυτό, να έβγαζε τους καημούς και τις χαρές του μέσα από τις νότες. Δεν είχε τάστα ,τα μεταλλικά μεσοδιαστήματα κι αυτό του έδινε ελευθερία. Μπορούσε να λυγίσει τον ήχο, να τον κάνει να κλαίει ή να γελάει, όπως του το πρόσταζε η ψυχή του.
Στις βραδινές συνάξεις, όταν οι πρόσφυγες άναβαν τα λυχνάρια και διηγούνταν ιστορίες για τον τόπο που άφησαν, ο Ευξάνθιος έπιανε το ούτι κι έδινε φωνή στη νοσταλγία τους. Με κάθε χορδή που πάλλονταν, οι ψυχές μαλάκωναν, οι αναμνήσεις γίνονταν τραγούδι, ο καημός γινόταν μελωδία.
Στα είκοσι έξι του, παντρεύτηκε τη Χρυσαυγή, την όμορφη κόρη του Γιώργου και της Άννας Μιχαλακάκη. Μαζί έφτιαξαν ένα σπιτικό γεμάτο αγάπη και μουσική. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Στέργιο και την Ανυσία κι ο Ευξάνθιος τα μεγάλωσε μέσα στις νότες, τις ιστορίες και τα τραγούδια. Η ζωή κυλούσε όμορφα, γεμάτη φως και μελωδίες.
Όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια.
Στα πενήντα επτά του χρόνια, το χέρι του που τόσα χρόνια χάιδευε τις χορδές, έπεσε βαρύ. Η καρδιά του, που χτυπούσε στον ρυθμό της μουσικής, σταμάτησε. Οι φίλοι και η οικογένειά του μαζεύτηκαν γύρω του, μα το γέλιο και το τραγούδι είχαν σωπάσει.
Στο τραπέζι, δίπλα στο ποτήρι του, έμεινε το ούτι του. Σιωπηλό. Χωρίς χέρι να το αγγίξει.
Κανείς δεν έπιασε ξανά τις χορδές του. Κανείς δεν τόλμησε να παίξει τις μελωδίες του Ευξάνθιου. Και το ούτι έμεινε εκεί, με το ξύλο του να θαμπώνει και τις χορδές του να σκουριάζουν, σαν να πενθούσε τον αφέντη του. Σαν να ήξερε πως η μουσική του είχε σωπάσει για πάντα.