Το Μπαούλο 

Το Μπαούλο 

Ήταν το μπαούλο. Ξύλινο, σκαλιστό με μεράκι ή λαμαρινένιο με έγχρωμες παραστάσεις που λαμποκοπούσαν στο φως της λάμπας. Δεν ήταν απλώς ένα κουτί. Ήταν φυλαχτό. Ο θησαυρός της προίκας. Η σφραγίδα της τιμής για κάθε κόρη του χωριού.  

Το είχε φέρει μαζί της, όπως έφεραν όλες οι γυναίκες της Νέας Δήμητρας τα δικά τους  προσφυγοπούλες  από την Ανατολική Θράκη, που ξεριζώθηκαν αλλά δεν ξέχασαν να φτιάχνουν, να ράβουν και να αγαπούν. 

Κάθε Νεοδημητριώτισσα είχε το δικό της. Άλλο μικρό, άλλο πιο ευρύχωρο, όλα όμως ίδια σε σημασία.  Εκεί μέσα φυλάγονταν τα πολύτιμα, τα ιερά και άγια της ζωής της. 

Κεντήματα φτιαγμένα με τα χέρια της μάνας, της γιαγιάς και τα δικά της. Πάνω σε χασέδες, εταμίνες, λινά και ψάθες , κάθε βελονιά μια ανάσα, κάθε σχέδιο ένας ψίθυρος. 

Σεντόνια λευκά , με πλακέ γύρω και αζούρια να σχηματίζουν λεπτοδουλεμένα μοτίβα. 

Μαξιλαροθήκες απλές ή φάκελοι με “ταντέλες”, κοφτά και ατραντέ.  

Τραπεζομάντηλα λινά ή υφαντά με φίνα δαντέλα κι εκείνες τις φαρδιές, τα λεγόμενα σατσάκια, στρωμένα στις γιορτές με καμάρι. 

Πετσέτες του προσώπου και της κουζίνας με την δαντέλα στο τελείωμα, γιατί ακόμα και το πιο ταπεινό είχε ομορφιά. 

Καρέ και σεμεδάκια, άλλοτε σε εταμίνες με πολύχρωμα σχέδια, άλλοτε μονόχρωμα με κρόσσια που χάιδευαν την επιφάνεια του τραπεζιού. Κουρτινάκια κοφτά ή φιλέδες με μακραμέ δαντέλα, να στολίζουν τα παραθύρια . 

Όλα αυτά, το κάθε ένα ξεχωριστά, ήταν η προίκα της. Το νοικοκυριό της. Το φως που κουβαλούσε μαζί της στο καινούργιο της σπίτι. Και τα τίμησε. Τα έστρωσε, τα χάρηκε, τα φρόντισε. 

Δεν ήταν υφάσματα. Ήταν μνήμες. Ήταν μόχθος, περηφάνεια, αγάπη. Ήταν το «ευλογημένο χέρι» της γυναίκας που δεν φώναζε, μα δημιουργούσε. 

Κι έτσι το μπαούλο της δεν ήταν απλώς αποθήκη. Ήταν ιερό. Κάθε αντικείμενο εκεί μέσα κουβαλούσε μια ιστορία. Κάθε δαντέλα και μια ανάμνηση. Κάθε ύφασμα και μια σιωπηλή προσευχή. 

Στη Νέα Δήμητρα, τέτοια μπαούλα υπήρχαν σε κάθε σπίτι. Ήταν η σφραγίδα μιας γυναίκας, η κληρονομιά που πήγαινε από μάνα σε κόρη. Έμπαιναν όλα μέσα εκεί , το μεράκι, η επιμέλεια, ο κόπος, το καμάρι. Κι όταν ερχόταν η ώρα του γάμου, το μπαούλο συνόδευε την κόρη στο νέο της σπιτικό. Εκεί τα έστρωνε με χαρά, με περηφάνεια, με συγκίνηση. Και τα κρατούσε σαν φυλαχτό. 

Κι όταν ήρθε ο καιρός, τα ξαναδίπλωσε με ευλάβεια και τα φύλαξε στο ίδιο μπαούλο. Για την κόρη. Για την εγγονή. Για να θυμούνται. Για να ξέρουν πως κάποτε, πάνω σ’ ένα πανί, μια βελόνα χάραζε ιστορία. 

Αυτά άφησε πίσω της. Όχι χρυσάφια. Μα ιερά κειμήλια, αριστουργήματα σιωπής και υπομονής. Που σήμερα, όταν τα απλώσεις, μοσχοβολάνε παρελθόν. Και λένε την ιστορία των γυναικών που ύφαναν το μέλλον με βελόνες και όνειρα. 

Θυμάμαι το μπαούλο με την προίκα της νονάς μου, της Φωτίκας Παρπαρά. Μια φορά, μου το άνοιξε. Σαν να άνοιγε θησαυροφυλάκιο. 

Με συγκίνηση μου έδειξε το περιεχόμενό του, κι εγώ έμεινα να θαυμάζω. Τόσα εργόχειρα, τόση επιδεξιότητα, τόση νοικοκυροσύνη ! 

Η νουνά μου έφτιαχνε και τα πλεκτά του βελονιού, καρέ, πετσετάκια και δισκόπανα . Με το ίδιο μεράκι, την ίδια αγάπη. 

Καθίσαμε στο πάτωμα, κι εκείνη με προσοχή , σχεδόν τελετουργικά ,σήκωσε το βαρύ καπάκι. Στο εσωτερικό, οι στοίβες με τα εργόχειρα ήταν τακτοποιημένες με απίστευτη ακρίβεια. Κάθε λινό, κάθε εταμίνη, κάθε μικρή πετσετούλα είχε τη θέση της. Μύριζαν σαπούνι πράσινο σαπούνι , όπως όλα τα παλιά και νοικοκυρεμένα σπίτια. 

“Όλα αυτά”, μου είπε, «τα έφτιαξα με τα χέρια μου, με της μάνας μου και της γιαγιάς μου τα μοτίβα. Άλλα δικά μου, άλλα δικά τους. Τα φύλαξα. Όχι για το σπίτι. Για τη μνήμη». 

Και μου τα έδειχνε ένα-ένα. Σεντόνια λευκά και γύρω πλακέ κέντημα. Μαξιλαροθήκες με “ταντέλες”, με κοφτό, με ατραντέ, σαν ζωγραφιές. Τραπεζομάντηλα λινά και με  σατσάκια . Σεμεδάκια με κρόσσια, καρέ πολύχρωμα, κουρτινάκια με μακραμέ. Μικρά αριστουργήματα. 

Η νονά μου, η Φωτίκα, δεν έπιανε απλώς τη βελόνα. Δημιουργούσε. Κι όταν έπλεκε με το βελονάκι της, έκανε μικρά θαύματα. Τα έφτιαχνε  όλα με μεράκι και τα χάριζε απλόχερα σε όλες μας. Δεν κρατούσε τίποτα για τον εαυτό της. Έδινε. Ό,τι έβγαινε από τα χέρια της, έβγαινε και από την καρδιά της. 

Και τα χάριζε , χωρίς να κρατάει λογαριασμό. Έδινε από την ψυχή της. Από την τέχνη της. Από τα χέρια που δούλευαν σιωπηλά, για να φέρουν ομορφιά στον κόσμο. 

Αυτά άφησε πίσω της.  

Η νονά μου φύλαξε και κάποια  με ευλάβεια. Τα χάιδευε με τα δάχτυλά της, όπως χαϊδεύεις παλιές φωτογραφίες. 

«Αυτά είναι η ζωή μας», μου έλεγε. «Ό,τι φτιάξαμε με τα χέρια μας, αυτά μένουν. Όλα τ’ άλλα χάνονται. Τα φύλαξα. Όχι για το σπίτι. Για τη μνήμη». 

Κι έτσι έμειναν. Σαν παρακαταθήκη. Σαν ψίθυρος γυναικείος που περνάει από γενιά σε γενιά, μέσα από μια βελονιά, μια κλωστή, ένα κομμάτι λινό που μοσχοβολά μνήμη. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή