Το Μπακάλικο του Σταύρου στη Νέα Δήμητρα
Λίγο πιο έξω από την πλατεία της Νέας Δήμητρας, μα ποτέ έξω από την καρδιά του χωριού, στεκόταν το μπακάλικο του Σταύρου. Ένα μαγαζί που μύριζε ζάχαρη, μπαχάρι, σαπούνι και ιστορία. Στα ράφια του, τακτοποιημένα με μεράκι, βρίσκονταν όλα τα απαραίτητα της καθημερινότητας, από ρύζι και όσπρια, μέχρι μοσχοσάπουνα και πελτέδες σε κονσέρβες. Κι όμως, ο Σταύρος δεν ήταν απλός μπακάλης, αλλά ήταν πρωτοπόρος. Ήξερε πώς να φέρει λίγη γιορτή στην απλή ζωή. Όταν πλησίαζαν Χριστούγεννα, το μαγαζί του γέμιζε στολίδια, γυάλινα μπαλάκια, χρυσές κλωστές, σερπαντίνες και φτηνά λαμπάκια που έμοιαζαν με θαύμα για τα παιδιά του χωριού.
Μαζί με τα αγαθά, πρόσφερε και τη ζεστασιά του λόγου του. Με ένα χαμόγελο, ένα «βερεσέ» στο τεφτέρι, κι ένα καλό λόγο για τον καθένα, είχε γίνει σημείο αναφοράς. Εκεί μαζεύονταν οι γυναίκες για να πουν τα νέα, εκεί έτρεχαν τα παιδιά για καραμέλες.
Ο μπακάλης Σταύρος ήταν απ’ τους ανθρώπους που ήξεραν να σε κάνουν να νιώθεις πως όλα μπορούν να συμβούν, αρκεί να ανοίξεις την πόρτα του μαγαζιού του. Το μικρό του μπακάλικο, με τα ξύλινα ράφια και την παλιά ζυγαριά στον πάγκο, έμοιαζε με θησαυροφυλάκιο για μικρούς και μεγάλους. Έφερνε τα πάντα, «ό,τι τραβάει η ψυχή σου», όπως έλεγε με το ζεστό του χαμόγελο.
Οι γιαγιάδες έβρισκαν εκεί τις καραμέλες μέντας, το λικεράκι τριαντάφυλλο ή μέντα σε μικρά, κομψά μπουκαλάκια. Στις μεγάλες γυάλες κοντά στο ταμείο περίμεναν τα σπόρια, μαύρα και άσπρα, τα φυστίκια, τα μαντζούνια και τα σοκολατάκια που γυάλιζαν κάτω από το φως σαν μικρά πολύτιμα πετράδια. Οι πορτοκαλάδες, οι λεμονάδες, οι γκαζόζες ,όλες σε γυάλινα μπουκάλια με το γνωστό «πλοπ» όταν άνοιγαν– ήταν δροσιστικές υποσχέσεις για τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού.
Μα δεν ήταν μόνο τα τρόφιμα. Τον Δεκέμβρη, στολίδια και μικρά αγγελάκια κατέβαιναν απ’ τα κουτιά του παταριού. Και σαν πλησίαζαν οι Απόκριες, το μαγαζί μεταμορφωνόταν , καπέλα με πούπουλα για τους «καμαρότους», καουμπόικα καπέλα και πιστόλια με σκάγια για τους μικρούς «σερίφηδες» της γειτονιάς. Όλα τα είχε ο Σταύρος. Και το πιο πολύτιμο ,το χαμόγελό του όταν έμπαινες στο μαγαζί, σαν να ήσουν ο πιο σπουδαίος πελάτης του κόσμου.
Πόσο πολύ μου άρεσε να πηγαίνω εκεί. Ήταν σαν να άνοιγε μια μικρή πόρτα στο παραμύθι της παιδικής μου ηλικίας και κάθε φορά που έκλεινε πίσω μου, ήξερα πως θα ξαναγυρίσω.
Τόσο πολύ μου άρεσε εκεί ,που κάποτε είπα στη μαμά πως έπρεπε να τον παντρευτεί. «Για να έχουμε το μπακάλικο!» της είπα, με την αφοπλιστική λογική ενός παιδιού που πίστευε πως η ευτυχία μπορεί να χωρέσει σε ένα μαγαζί με σοκολατάκια και καουμπόικα καπέλα.
Και δεν ήταν μόνο ο Σταύρος. Όλη την ημέρα, δίπλα του ήταν η Ξανθή, η γυναίκα του, που το πρόσωπό της πάντα έλαμπε με μια γλυκιά υπομονή. Κάθε φορά που μπαινόβγαινα στο μαγαζί, εκείνη ρωτούσε με τρυφερότητα «Θέλεις κάτι άλλο;» Αυτή η μικρή φράση, τόσο απλή, είχε την ικανότητα να σε κάνει να νιώσεις πως δεν υπήρχε τίποτα που να μην μπορούσε να σου το προσφέρει το μικρό εκείνο μαγαζί.
Η Ξανθή ήταν η ψυχή του μαγαζιού , η φροντίδα της έδινε μια αίσθηση σιγουριάς. Πάντα φρόντιζε να μην λείπει τίποτα, να υπάρχει πάντα κάτι καινούργιο ή φρέσκο στο ράφι, αλλά και κάτι γνώριμο και αγαπημένο, για τους πιστούς πελάτες. Εκείνη μαζί με τον Σταύρο είχαν δημιουργήσει κάτι που έμοιαζε με μικρό κόσμο, γεμάτο αγάπη και ζεστασιά.
Κι όταν ο καιρός πέρασε και ο Σταύρος έδωσε τη σκυτάλη, ο γιος του, ο Μιχάλης, κράτησε το μπακάλικο ίδιο, σαν να μην πέρασε μέρα. Οι ίδιες μυρωδιές, η ίδια προθήκη, τα ίδια βερεσέδια. Και κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα είναι σαν να χτυπάει μια καμπάνα μνήμης. Γιατί στο μπακάλικο του Σταύρου δεν πουλιούνται μόνο αγαθά εκεί φυλάγονται ιστορίες, άνθρωποι και εποχές που δεν χάνονται. Θυμίζει εκείνα τα παλιά μπακάλικα που ήταν κάτι περισσότερο από καταστήματα, ήταν τόποι συνάντησης, μυρωδιές παιδικών χρόνων και χαρές των γιορτών.