Το Μονοπάτι της Μνήμης . Στη Ρίζα της Νέας Δήμητρας 

Το Μονοπάτι της Μνήμης . Στη Ρίζα της Νέας Δήμητρας 

Ξεκίνησα να γράφω για τις ρίζες μας και για την ίδρυση του χωριού μας, της Νέας Δήμητρας, με μοναδικό μου εφόδιο τις αναμνήσεις μου και όσα είχα μάθει από στόμα σε στόμα, από τις γιαγιάδες μου και τους παππούδες μου. Κάθε αφήγηση, κάθε μικρή ιστορία που επιβίωσε μέσα στα χρόνια, ήταν για μένα σπόρος. Και με κάθε επίσκεψη στο χωριό, με κάθε συνάντηση με τους ηλικιωμένους που είχαν ακόμα τη φλόγα της μνήμης στα μάτια τους, οι σπόροι αυτοί φύτρωναν σε νέα θέματα. 

Μετανιώνω που δεν ξεκίνησα νωρίτερα. Πολλές ιστορίες έφυγαν μαζί με τους ανθρώπους που τις κουβαλούσαν. Ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος χάθηκε σιωπηλά, χωρίς να προλάβω να το ακούσω. Έτσι άρχισα να ψάχνω στο διαδίκτυο, σχεδόν απεγνωσμένα, μήπως και βρω κάτι, κάποιο ίχνος, μια κλωστή να τραβήξω. Και στάθηκα τυχερή. 

Ανακάλυψα τον Ονομαστικό Κατάλογο Προσφύγων Αγροτών, που έχει αναρτηθεί από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών. Έναν θησαυρό. Ένα ευαγγέλιο για τις ρίζες μας . Εκεί ήταν οι πρόγονοί μας, οι πρώτοι χωριανοί, καταγραμμένοι με αλφαβητική σειρά: ονοματεπώνυμο, όνομα πατρός, τόπος καταγωγής, αριθμός δήλωσης ,εκεί που φαίνεται ο τόπος εγκατάστασης κάθε πρόσφυγα. 

Έμεινα μήνες ολόκληρους πάνω σ’ αυτόν τον κατάλογο. Έψαχνα επίθετο το επίθετο. Και κάποια που ήταν διαφορετικά,  αλλάχτηκαν στην απογραφή, είτε από λάθος είτε από την ανάγκη να ξαναγραφτεί το όνομα σε νέο τόπο. Και υπήρχαν και ονόματα άλλων. Ανθρώπων που έζησαν για λίγο στη Νέα Δήμητρα, αλλά έφυγαν προς τη Θεσσαλονίκη και αλλού. Ή που δεν άφησαν απογόνους, κι έτσι το όνομά τους δεν ακούγεται πια στο χωριό. 

Άρχισα από το γράμμα Άλφα. Ένα ένα τα διάβαζα τα ονόματα των χιλιάδων προσφύγων. Και κάθε όνομα ήταν κι ένας άνθρωπος. Ένας που κουβαλούσε το βάρος του ξεριζωμού. Κάποιοι με τα λίγα τους κολυβογράμματα έγραψαν το όνομά τους, κάποιοι άλλοι βοήθησαν όσους δεν ήξεραν να γράψουν. Κι εγώ, εκεί, να ψάχνω, να βρίσκω, να συνδέω. Όταν εντόπιζα κάποιον από τους πρώτους που πάτησαν το πόδι τους στη Νέα Δήμητρα ή συγγενείς του, ένιωθα σαν να τους συναντούσα. Σαν να με περίμεναν να τους ανακαλύψω. 

Ρίγη συγκίνησης με διαπερνούσαν. Για κάθε όνομα. Για κάθε τόπο καταγωγής. Όταν έβλεπα τις λέξεις Όκλαλι, Λαζάρκιοϊ, Άκαλαν, Αμπαρλί, Τσιφλίκιοϊ, Ερμενίκιοϊ, Αγιασματάκι, Κερμέν Τυρολόης, Μικρό Τσεκμετζέ, Φανάρι Σηλυβρίας, Σηλυβρία, Ραιδεστός, Σκεπαστός 40 Εκκλησιών, Αρτάκη, νόμιζα πως τους ήξερα όλους. Πως ζούσα μαζί τους. Πως τους άκουγα να μου μιλούν. 

Και νοερά έκανα το μεγάλο ταξίδι.  Από τα ματωμένα χώματα της Ανατολής, με τα κάρα ή με το καράβι, ώσπου να φτάσω εδώ. Στη Νέα Δήμητρα. Εδώ που ρίζωσαν. Εδώ που άνθισαν ξανά. 

Αυτός ο κατάλογος, αυτός ο ξεχασμένος για χρόνια οδηγός, μου έδειξε τον δρόμο. Ήταν σαν να είχε μείνει εκεί κρυμμένος, να περιμένει εμένα. Και όταν τον βρήκα, ήταν όλοι εκεί. Όλοι εκείνοι που έγραψαν με πόνο και ελπίδα την αρχή του τόπου μας. Εκείνοι που με περίμεναν να τους θυμηθώ. 

Και κάπως έτσι, άρχισαν να ξεπροβάλλουν μπροστά μου οι μορφές. Πρώτα-πρώτα, οι παλιοί. Οι σιωπηλοί πρωτοπόροι. Αυτοί που κατέβηκαν από τα καράβια με μάτια θολά, με χέρια που κρατούσαν ό,τι απέμεινε ,ένα εικόνισμα, ένα σεντούκι, λίγο χώμα απ’ την πατρίδα. Αυτοί που έστησαν τις πρώτες καλύβες στη λάσπη, που μοίρασαν τα χωράφια κι έσκαψαν τη γη, όχι για να την κάνουν δική τους, μα για να ριζώσουν μέσα της. 

Ο παππούς μου έλεγε πάντα πως η Νέα Δήμητρα δεν φτιάχτηκε από πέτρες και τούβλα, αλλά από ανάσες και δάκρυα. Από εκείνο το πρώτο αυλάκι που χάραξαν με τον αλέτρι, από την πρώτη φωνή μωρού που γεννήθηκε στον προσφυγικό συνοικισμό, από τα ψαλτήρια που ξανάστησαν σε ένα αυτοσχέδιο εκκλησάκι, μέχρι να έρθει ο καιρός για τον  Άγιο Γεώργιο . 

Και ύστερα, οι γυναίκες. Με το μαντήλι δεμένο στο κεφάλι και την καρδιά δεμένη με τους απόντες. Αυτές κράτησαν το χωριό όρθιο όταν οι άντρες πήγαν στα χωράφια, στον πόλεμο ,  στην ξενιτιά. Αυτές έραψαν, έπλεξαν, γιάτρεψαν. Γέννησαν και έθαψαν. Έμαθαν στα παιδιά τραγούδια απ’ τον τόπο τους, λόγια από τα βάθη της Ανατολής. 

Και οι φωνές αυτές, σιγά σιγά, μπλέκονταν μέσα μου με τα ονόματα του Καταλόγου. Δεν ήταν πια απλώς εγγραφές, ήταν άνθρωποι που ένιωθα να με κοιτούν με ευγνωμοσύνη. Να μου εμπιστεύονται την ιστορία τους. 

Ήταν ο Γιώργος ο Δημητριάδης   που ήρθε απ’ το Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης,κουβαλώντας  στην ψυχή του τη Ζωή του. Ήταν ο Σοαντζόγλου ο Μιχάλης Μπακάλης ,  που άνοιξε τα πρώτα τεφτέρια του χωριού. Ήταν ο Νικόλας ο  Μπαλίδης , με το σφυρί του σιδερά και η Φρόσω του Ευθυμιάδη  με τις μαθήτριές της να γεμίζουν αυλές με φωνές. 

Ήταν κι εκείνοι που δεν είχαν απογόνους και όμως, βρήκαν μέσα μου ένα χνάρι. Ένας τρόπος να μην ξεχαστούν. Να υπάρξουν ξανά, έστω και με λέξεις. Να ξαναβαφτεί το πρόσωπό τους από τη σκιά της λήθης στο φως της μνήμης. 

Γιατί καμιά ιστορία δεν τελειώνει όταν πεθάνει ένας άνθρωπος. Τελειώνει μόνο όταν πάψει να λέγεται. 

Και εγώ, μ’ αυτό το έργο, υποσχέθηκα να μη σβήσει τίποτα. Να κρατήσω τον παλιό κόσμο ζωντανό, όπως τον γνώρισα μέσα από τις διηγήσεις, τις μνήμες, τα κρυμμένα αρχεία, τα πρόσωπα που μιλούν ακόμη μέσα μου. 

Η Νέα Δήμητρα δεν είναι απλώς το χωριό μας. Είναι η απόδειξη πως οι ρίζες μπορούν να ξαναφυτρώσουν, πως οι πληγές μπορούν να γίνουν τόποι. Και πως, αν ακούσεις προσεκτικά, ακόμα και σήμερα, μπορείς να ακούσεις τις φωνές τους στο θρόισμα των δέντρων, στις πέτρες των αυλών, στα σοκάκια της μνήμης. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή