Το Μαγγανοπήγαδο του Παπαδά 

Το Μαγγανοπήγαδο του Παπαδά 

Στη Νέα Δήμητρα, τότε που οι άνθρωποι έπιαναν τη ζωή απ’ την αρχή με τα χέρια τους, τα πηγάδια φύτρωναν σαν τις μουριές,  σχεδόν σε κάθε αυλή. Το νερό ήταν ζωή, και  “μπουζ”, όπως το έλεγαν  κρύο ,καθαρό , τους έτρεφε, τους έπλενε, τους ξεδίψαγε. Έφτιαχναν το φαγητό τους, πότιζαν τα ζώα τους, έπλεναν τα ρούχα τους στη σκάφη και κάθε Ιούνιο, οι κοπέλες έπαιρναν από το πηγάδι το «αμίλητο νερό» για τον Κλήδονα, όπως το πρόσταζε το παλιό θρακιώτικο έθιμο. 

Μα για τις πιο μεγάλες ανάγκες, για τα περιβόλια που τάιζαν το χωριό, έπρεπε το νερό να τραβιέται αλλιώς. Κι εκεί μπήκε στη ζωή τους το μαγγανοπήγαδο. 

Ένα απ’ τα πιο ξακουστά ήταν στου Παπαδά του Απόστολου, κάτω απ’ τη Σολτάρα, λίγο πιο πέρα από τη γέφυρα, στα δεξιά. Εκεί απλωνόταν ο μεγάλος μπαχτσές του, που τον δούλευε μαζί με τον γαμπρό του, τον Νικόλα τον Γεωργιάδη, της Αμαλίας. Σγουρές σαλάτες , μαντζάνες ,πιπεριές , κολοκύθες, φασολάκια, ντομάτες, αγγουράκια  ,όλα έβγαιναν απ’ αυτό το χώμα, ποτισμένα με τον ιδρώτα τους και με νερό απ’ το μαγγανοπήγαδο. 

Ήταν θαρρείς ένα λιγότερο γνωστό θαύμα μηχανικής. Ένας κυκλικός μηχανισμός που γύριζε γύρω γύρω με τη δύναμη ενός αλόγου. Το ζώο, με δεμένα τα μάτια του για να μην τρομάζει ή ζαλίζεται, έκανε τον ίδιο κύκλο ξανά και ξανά, καρτερικά, όπως και οι άνθρωποι εκείνα τα χρόνια. Όσο γύριζε, ο μηχανισμός του μάγγανου ανέβαζε νερό με μια ξύλινη σκάφη ή με αραδιασμένα δοχεία δεμένα σε αλυσίδες. Το νερό έπεφτε σε μια μεγάλη στέρνα, πέτρινη, χτισμένη με τέχνη, και από κει, με αυλάκια ανοιγμένα στο χώμα ή με πήλινους σωλήνες, έφτανε στις αυλακιές του μποστανιού. 

Το άλογο είχε γίνει πια μέλος της οικογένειας. Το φρόντιζαν, το μιλούσαν με το όνομά του , κάποτε λεγόταν Κεραυνός, κάποτε Καράς. Κι  ο  Παπαδάς το χάϊδευε με αγάπη και το μιλούσε.  

Στα καλοκαίρια τα θερισμένα, όταν η ζέστη άχνιζε το χώμα και το τζιτζίκι τραγουδούσε ασταμάτητα, το μαγγανοπήγαδο έμοιαζε να κρατά τη ζωή του χωριού ζωντανή. Ένας ρυθμός αργός και μονότονος, μα γεμάτος σκοπό, γκρρ-γκρρ, το ξύλο, το σκοινί, το πέταλο, το νερό , μια μουσική της επιβίωσης. 

Ήταν απλό και σοφό. Χωρίς ρεύμα, χωρίς μηχανές, μα με ακριβή γνώση της φύσης και του χρόνου. Όταν ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει, οι σκιές απλώνονταν στον μπαχτσέ και το άλογο έβγαινε στο φως, λαχανιασμένο μα περήφανο. Ο Παπαδάς έριχνε μια ματιά στον κάμπο, κι έπειτα κάθιζε στο πεζούλι να ξαποστάσει. 

— Αυτό, να ξέρεις, ήταν το ρολόι μας, έλεγε στην ανιψιά του τη Χρυσούλα  την Αμαλίας . Όσο γύριζε το μαγγάνι, γύριζε κι η μέρα. 

Και πραγματικά, δεν ήταν μόνο το νερό που ανέβαζε το μαγγανοπήγαδο. Ήταν η υπομονή, η ευφυΐα και η αγάπη του ανθρώπου για τον κόπο του. Μια αργή περιστροφή ζωής,  που ακόμη τη θυμούνται όσοι ρίζωσαν εκεί κι άκουσαν κάποτε το μαγγανοπήγαδο να τραγουδά τη δική του ιστορία. 

Το τραγούδι του μαγγανοπήγαδου 

Νέα Δήμητρα  

Ήταν απόγευμα . Ο ήλιος έκαιγε το χωματόδρομο που οδηγούσε προς το ρέμα .Ο μικρός Χαράλαμπος ,ο εγγονός της αδελφής  του Παπαδά,  της Αμαλίας ,έτρεχε ξυπόλυτος, με το κοντό του παντελονάκι γεμάτο σκόνη και τα μάτια του λαμπερά από περιέργεια. 

— Παππού! Παππού! Να έρθω κι εγώ σήμερα; Θέλω να δω πώς δουλεύει το μαγγανοπήγαδο! 

Ο Παπαδάς ο Απόστολος, με τα μανίκια σηκωμένα και το κεφάλι του σκεπασμένο με μια παλιά ψάθινη τραγιάσκα, σήκωσε το βλέμμα από την ντοματιά  που μόλις είχε κόψει ντομάτες .  

— Άντε, έλα. Μα πρόσεχε, μη ζυγώσεις πολύ στ’ άλογο. Γυρίζει και δεν καταλαβαίνει. Δεν είναι κακό, μα είναι κουρασμένο. Όπως κι εμείς, παιδάκι μου. Όλη μέρα γύρα και γύρα… 

Ο Χαράλαμπος στάθηκε λίγα βήματα μακριά και κοιτούσε. Το άλογο, ο Καράς ,  γύριζε αργά, με δεμένα τα μάτια με ένα παλιό λευκό πανί. Κάθε βήμα του τραβούσε την αλυσίδα, κι ο μηχανισμός έτριζε σαν να βαριαναστέναζε. Από τη σκάφη ξεχύλιζε το νερό, έπεφτε με γδούπο στη στέρνα κι από εκεί κυλούσε προς τα αυλάκια του μποστανιού. 

— Και δε ζαλίζεται; ρώτησε ο Χαράλαμπος. 

— Άμα βλέπει μπροστά, ναι. Μα έτσι, με δεμένα μάτια, νομίζει πως πάει κάπου. Πως έχει δρόμο. Κι έτσι προχωρά. Κι αυτό, μικρέ, να το θυμάσαι. Κι ο άνθρωπος, άμα του πεις ότι ο δρόμος έχει νόημα, τραβάει. Αλλιώς κάθεται. 

Ο  μικρός δεν κατάλαβε όλα όσα άκουσε, μα κάτι μέσα του σκίρτησε. 

Σε μια άκρη καθόταν η Αμαλία, η αδελφή του Παπαδά, με μια κασέλα μπροστά της. Έβαζε  τα αγγούρια και τις ντομάτες μέσα και ο άνδρας  της ο Νικόλας τα φόρτωνε στο κάρο .   

— Απόστολε, φώναξε, μη ξεχάσεις να βάλεις αύριο και φασολάκια για τη δασκάλα. Μου ζήτησε απ’ αυτά τα λεπτά, τα τρυφερά. 

Ο Απόστολος ο Παπαδάς  γύρισε και χαμογέλασε. 

— Φάγανε μια φορά και τώρα τα ζητάνε κάθε εβδομάδα. 

Ο γαμπρός του, ο Νικόλας, ήρθε από πέρα με τον τσαπί στον ώμο και το καπέλο του λοξά. Έριξε μια ματιά στο μαγγάνι. 

— Θέλει λάδωμα πάλι ο άξονας , Απόστολε. Ακούς πώς τρίζ(ει); 

— Ακούω. Μα είναι ωραίο το τρίξιμο. Μου λέει πως ζούμε. 

Το απόγευμα πέρασαν δύο κοπέλες με τις τσάπες στον ώμο.   Πήγαιναν στα βαμβάκια του Μανώλη του Τσακιρίδη . Ήταν η Βασιλική η Τσιφτσή  του Βαλιού και η Γιωργούλα του Κερέμ . Τις είδε ο Παπαδάς και φώναξε: 

_Κορίτσια ,ελάτε να πιείτε δροσερό νερό . Αμαλία , κόψε και μια ντομάτα στα δύο !  

Ο Χαράλαμπος συνέχισε να ρωτάει τον Παπαδά .  — Παππού, πότε το ’φτιαξες το μαγγανοπήγαδο;  

— Το έφτιαξαμε με τον πατέρα μ’ τον πρώτο χρόνο που ήρταμε. Δεν  είχε  τίποτες τότε. Ούτε φως, ούτε δρόμοι, ούτε σπίτια. Όλα τα έκαναμε απ’ το χώμα. Αλλά το μαγγανοπήγαδο ήτανε ο πρώτος φίλος μας. Έφερνε νερό  και με το νερό ήρθε και η ζωή. 

Ο ήλιος έγερνε πια πίσω από τα δέντρα του ρέματος  και το φως έπαιζε πάνω στη στέρνα. Ο ήχος από το τρίξιμο του μάγγανου, το χλιμίντρισμα του αλόγου, το πλατάγισμα του νερού, όλα μαζί γίνονταν σαν προσευχή. 

Ο Χαράλαμπος  κάθισε στην άκρη, με το πηγούνι στα γόνατα. Ήξερε πως αυτό που έβλεπε ήταν κάτι πιο μεγάλο από ένα άλογο που γύριζε. Ήταν η καρδιά του χωριού του. 

Και το βράδυ, όταν γύρισαν στο σπίτι ,ο μικρός αποκοιμήθηκε μες στις σκιές του μυαλού του, ακούγοντας ακόμα τον ρυθμό του μαγγανοπήγαδου να γυρνά. 

Γυρνούσε κι εκείνος μαζί του. Γυρνούσε μέσα στην ιστορία. 

Το θυμάσαι το μαγγανοπήγαδο του Παπαδά;  

Μαζεύτηκαν στο καφενείο του Στέργιου το Χατζόπουλου  ένα βράδυ του Οκτώβρη του 1975.  Ούτε τηλεοράσεις, ούτε ραδιόφωνα, μόνο κουβέντα, κρασί και μνήμη.  Κι εκεί, καθώς έπιναν το δεύτερο ποτηράκι, άρχισε η κουβέντα… 

Νικολαΐδης Νικόλαος ,ο Ράσος,  78 ετών: 

Το μαγγανοπήγαδο του Παπαδά το άκουγες πριν το δγεις. Από μακριά. Έκανε έναν ήχο ξύλινο ,ξερό. Όποια ώρα και να πέρναγες από κει, είτε χάραζε είτε βράδιαζε, το άλογο γύρναγε. Όχι μηχανή, άνθρωπος το γύριζε, ζώο το τράβαγε.Και το νερό, καθαρό , κρυστάλλινο.  

Τριανταφυλλίδης Θανάσης  , 74 ετών: 

Εγώ θυμάμαι ,όταν ήμασταν στο χωράφ(ι)μετά το ρέμα ,  τη Φωτεινιώ  να με στέλνει με το σταμνάκ(ι ) και μ’ έλεγε “μόνο από κει θα πάρ(ει)ς, του  Παπαδά είναι πιο δροσερό το νερό ”. Και πήγαινα . Είχε εκεί δίπλα  και μια συκιά . 

Γιώργης Τσιφτσής , 74 ετών: 

Εκεί ερχόταν όλο το χωριό ,όταν δούλευαν στον κάμπο . Ο Παπαδάς δεν είπε ποτέ “όχχ”. Γέμιζαμε τα βαρέλια. Μας φώναζε όμως να φέρνουμε κι εμείς κριθάρ(ι) για τ’ άλογο. “ 

Βασιλειάδης Απόστολος ,ετών 71: 

 Ήταν τόπος ιερός το μαγγανοπήγαδο. Όχι μόνο για το νερό τ’. Για τις στιγμές που έπιανε κι έδενε τους άνθρωπους . Σαν να τους ευλόγαγε . 

Γκάιτατζης Θανάσης 74 ετών: 

 «Όταν χάλασε το μαγγάν(ι) και ήρθαν  από το Κιλκίς να το φτιάξνε, ο Παπαδάς δεν τους άφ(η)σε να πειράξνε τον παλιό άξονα. “Εδώ στηρίχτηκε το χωριό”, είπε. “Δεν είναι σίδερο, είναι μνήμη”. Κι αυτό το έλεγε στα σοβαρά . 

 Όταν πέθανε ο Παπαδάς το 1978, το άλογο δεν ξαναγύρισε. Έμεινε εκεί, ήσυχο. Έλεγαν πως καταλάβαινε. Και μετά που πουλήθηκε  το χωράφι, κανείς δεν το ξανάστησε το μαγγανοπήγαδο. Έμεινε μόνο στη θύμηση.  

Πέρασαν τα χρόνια …Πολλά χρόνια . Ήθελα πολύ να βρεθώ σε εκείνον τον χώρο , σε εκείνο το χωράφι ,στον μπαχτσέ του Παπαδά . Η θέση του μαγγανοπήγαδου δεν φαινόταν πια καθαρά. Το χωράφι ήταν γεμάτο αγριόχορτα, με μια συκιά που είχε μεγαλώσει εκεί όπου κάποτε στεκόταν η στέρνα. 

Κρατούσα ένα  σημειωματάριο κι εκεί έγραψα  :  Πηγάδι – Μαγγάνι – Μνήμη.  

Άκουγα μες στο μυαλό μου τις φωνές τους, σαν να γύριζε το μαγγάνι όχι πια το άλογο, αλλά ο ίδιος ο χρόνος. 

Και γράφω . Το μαγγανοπήγαδο δεν ήταν μόνο μηχανισμός. Ήταν ο ρυθμός της ζωής. Ήταν ο άνθρωπος που γύριζε γύρω από τον ίδιο άξονα για να ποτίσει τους άλλους. Ήταν η επιμονή, η αφοσίωση, η προσφορά χωρίς κουβέντες. Σήμερα, που γυρνάμε όλοι σαν ζαλισμένοι μέσα στις ζωές μας, ίσως πρέπει να θυμηθούμε τον κύκλο που έχει σκοπό. Εκείνον που ποτίζει.  

Νέα Δήμητρα, 2025,  γράφω . Είμαι η Ελένη  Τσιφτσόγλου του Τσακάκκ. Ήρθα να καταγράψω όχι το πηγάδι, ούτε τη μηχανή, μα εκείνο που έμεινε πίσω τους. Την  μνήμη. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή