Το Μαγαζάκι στην Άκρη της Πλατέας
Στην άκρη της πλατείας της Νέας Δήμητρας, της Πλατέας, όπως όλοι τη λέμε, στέκει ακόμα, ένα μικρό μαγαζάκι. Μοιάζει με σκιά του παλιού του εαυτού, μα κρατά ακόμη περήφανα το σχήμα του μέσα στον χρόνο. Χτισμένο με πλιθιά από τον καιρό των πρώτων προσφύγων, με ξύλινα παράθυρα και σκαλιστή πόρτα από ξύλο και μέταλλο, έμοιαζε κάποτε να καλωσορίζει τους περαστικούς σαν ανοιχτή αγκαλιά.
Πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ο Κωνσταντής ο Γιάγκογλου. Μετά πέρασε στα χέρια του γαμπρού του, του Πέτρου Πετράκη. Αργότερα το έκανε καφενείο ο Χαράλαμπος ο Δημητριάδης. Όλοι κάτι άφησαν επάνω του, άλλος το έκανε κέντρο διασκέδασης, άλλος στέκι για τα βράδια, άλλος ξανά καφενείο. Εκεί, μέσα σ’ εκείνους τους τέσσερις τοίχους, έπιναν το ουζάκι τους οι παλιοί: οι Δημητριάδηδες, ο Μόσχος, ο Χρυσοβέργης και ο Κλεάνθης, ο Παπαδάς,ο Νικόλας ο Μπαλίδης , ο Νικόλας ο Τσάκος, ο Στεργάκος ο Σωτηριάδης, ο Μιλτιάδ(η)ς ο Εσκιόγλου, ο Κωνσταντής ο Κυριακίδης της Φωτίκας , ο Μανωλάκ(η)ς ο Τριανταφυλλίδης γνωστός ως Σκοτνιός, ο Βαλιός ο Τσιφτσής κι άλλοι πολλοί.
Αν περνούσες από την Πλατέα τα καλοκαίρια, τους έβλεπες όλους μαζί, παρέες παρέες, να απολαμβάνουν τον μεζέ τους, να γελούν, να πειράζουν ο ένας τον άλλον.
Το μαγαζάκι γινόταν το κέντρο του μικρού μας κόσμου, εκεί που η ζωή κυλούσε αργά, με την ησυχία της.
Κυρίως καλοκαίρι, θα τους έβλεπες όλους να κάθονται έξω σε καρέκλες καφενείου, με το ουζάκι να αστράφτει στα ποτήρια τους και τον μεζέ να μοσχοβολά , φρεσκοτηγανισμένος μπακαλιάρος, ντοματοσαλάτα, ελιές και τυρί . Το ποτήρι χτυπούσε απαλά στο τραπέζι και μια μυρωδιά από καφέ ελληνικό ανακατευόταν με τη μυρωδιά του καπνού και του χωμάτινου δρόμου.
Βαλιός : (φυσάει τον καφέ) Μανώλ(η)… σαν σήμερα ήρταμε εδώ, θυμάσαι; Το ’24. Με το τρένο από τη Σαλονίκ(η). Εμείς κι οι μπό(γ)οι μας
Μόσχος : (χαμογελά πικρά) Πώς θα λα το ξεχάσω… Το χωριό ήτανε όλο αγκάθια και λάσπη. Μας έβαλαν σε κατ’ τσαντήρια , κι ο αγέρας πέρναγε απ’ τις χαραμάδες.
Παπαδάς : Κι όμως… γιαβάς – γιαβάς έστησαμε τα σπίτια, έφτιαξαμε χωράφια, άνοιξαμε μαγαζιά. Εγώ τότε έκαμα τον μπαχτσέ μ’.
Μπαλίδης : Κι εγώ καροποιός ήμουνα , με τον Λάμπη τον Δημητριάδη . Τα καλοκαίρια το σφυρί δεν προλάβαινε να κρυώσει. Μα έβλεπες προκοπή, είχε χαρά να δουλέβς.
Στεργάκος : Το βράδ(υ) ούλ(οι) εδώ στο γραστήρ… Άλλος έλεγε ιστορίες απ’το Κλαλί, άλλος από την Τσατάλτζα , κι εμείς άκουγαμε.
Μιλτιάδης : Και καλά και ήμασταν και (κυνηγοί) αβτζήδες και τάβγαζαμε πέρα .
Νικόλας Τσάκος : Και κάθε που καλυτέρευε ο καιρός, μαζεύουμασταν στην Πλατέα, χόρευαμε να μας βλέπ(ου)νε οι παλιοί απ’ τον ουρανό.
Κλεάνθης : (συγκινημένος) Δεν είναι πως ήταν εύκολα, Τσάκο . Αλλά ήμασταν ούλ(οι) μαζί, αντάμα .
Κωνσταντής Κυριακίδης : Ναι, ούλ(οι) μαζί και στις χαρές και στις λύπες .
Χρυσοβέργης : Έτσι είναι. Κι όσο τα θυμόμαστε, θα ζούνε και τα χωράφια μας και τα σπίτια μας. Να τα λέμε στα παιδιά, να μην πάνε χαμένα.
(Σιωπή. Ακούγεται μόνο το τσούγκρισμα των ποτηριών. Οι δύο παππούδες κοιτάζουν έξω, εκεί όπου κάποτε είχαν χτίσει με τα χέρια τους.)
Χτες το βράδυ, καθισμένη στην ταβέρνα του Αλέκου, μέσα στη στολισμένη πλατεία, έπεσε το βλέμμα μου πάλι πάνω του. Η Πλατέα έλαμπε, φώτα παντού, στολίδια, γιρλάντες, το συντριβάνι να παίζει με το νερό και το φως. Όλα τα είχαν φροντίσει οι χωριανοί , την καθαριότητα, τη φωταγώγηση, την ομορφιά. Ήταν το πανηγύρι του χωριού μας.
Μόνο εκείνο έμενε σκιά. Ένα κουφάρι, με σπασμένα παράθυρα, χωρίς πόρτα, έτοιμο να σωριαστεί. Η σκεπή του βαθουλωμένη, τα κεραμίδια του χαμένα , μάλλον χρησιμοποιήθηκαν αλλού κι απέμεινε μόνο η λάσπη, το γυμνό χώμα. Πάνω της φύτρωσαν χορτάρια που θεριεύουν κάθε χρόνο. Λες και φυτρώνουν για να του κρατούν συντροφιά, να δηλώνουν ότι ακόμα υπάρχει, ότι ακόμα ζει.
Γύρισα πολλές φορές το βλέμμα μου προς τα εκεί. Ένα σφίξιμο με έπιασε στην καρδιά. Κάποτε, εκεί μέσα, ακούγονταν φωνές, γέλια, τραγούδια. Έζησε γενιές ολόκληρες αυτό το μικρό μαγαζάκι. Είδε τους πρώτους παππούδες που ήρθαν πρόσφυγες και ρίζωσαν εδώ, τους γονείς μας, εμάς μικρά παιδιά που παίζαμε στην πλατεία και τώρα βλέπει τα παιδιά και τα εγγόνια μας να περνούν.
Εκατό χρόνια πατούν τα βήματά μας σε αυτήν την Πλατέα. Και εκείνο τα είδε όλα, σαν σιωπηλός μάρτυρας. Τώρα ,κι εκείνο στέκει ακόμα, μάρτυρας όλων. Και τώρα; Τώρα με κοιτά με παράπονο. Λες και μου ψιθύρισε πως έχασε την παλιά του αίγλη, πως πονά που κανείς δεν το φροντίζει.
Ίσως, σκέφτομαι, να του χρωστάμε ένα ευχαριστώ. Να του δώσουμε ξανά ζωή, να το κάνουμε να γελάσει πάλι, να φιλοξενήσει φωνές και παρέες. Γιατί μέσα του κρύβεται η μνήμη μας. Και χωρίς μνήμη, χωριό δεν υπάρχει.
Μίλησε το Μαγαζάκι
Στέκομαι εδώ, στην άκρη της Πλατέας, εκατό χρόνια τώρα. Εγώ, το μικρό μαγαζάκι με τα πλιθιά και τα ξύλινα παράθυρα, η σκαλιστή μου πόρτα που κάποτε άνοιγε διάπλατα για να μπει ζωή μέσα μου.
Με θυμάσαι; Μικρό παιδί ήσουν όταν περνούσες από μπροστά μου. Μύριζες τον καφέ που ψηνόταν στη χόβολη, άκουγες τα ποτήρια να τσουγκρίζουν, τα τραγούδια να ξεσπούν ξαφνικά, τα γέλια να γεμίζουν τον αέρα. Ήταν τα βήματά των παππούδων που χτυπούσαν στο πάτωμά μου, οι κουβέντες τους που αντιλαλούσαν στους τοίχους μου.
Καλοκαίρι, θυμάμαι, ο ήλιος έκαιγε την Πλατέα κι εγώ δροσιζόμουν από τις φωνές τους. Μύριζε ρίγανη, τυρί, ψωμί ζεστό. Έξω, τα τζιτζίκια τραγουδούσαν και το ουζάκι αστραφτερό, έφερνε το χαμόγελο στα πρόσωπά τους.
Μα τώρα; Κοίτα με… Χωρίς πόρτα, χωρίς παράθυρα, με σκεπή που βουλιάζει από την κούραση των χρόνων. Τα κεραμίδια μου πήραν τον δρόμο τους , ίσως σκεπάζουν άλλες ζωές, κι εγώ μένω γυμνό, με χώμα και χορτάρια που φυτρώνουν πάνω μου. Εκείνα είναι οι μόνοι μου σύντροφοι.
Χτες το βράδυ σε είδα. Καθόσουν στην ταβέρνα του Αλέκου. Γελούσες, μιλούσες με φίλους, έβλεπες τα φώτα της Πλατέας, το στολισμένο συντριβάνι, τα παιδιά να τρέχουν. Και με κοίταξες. Πόνεσες λίγο, το ξέρω.
Η Πλατέα έλαμπε, γελούσε, μύριζε πανηγύρι. Εσύ γέλαγες κι όμως τα μάτια σου πόνεσαν όταν με είδες. Το ένιωσα. Κι εγώ σου ψιθύρισα:
«Μην με ξεχάσετε.
Εγώ είμαι η καρδιά σας. Μέσα μου χτυπά η μνήμη ενός αιώνα.
Μην με αφήσετε να σβήσω, γιατί όταν σωριαστώ στο χώμα, θα σβήσει κι ένα κομμάτι από εσάς. Εγώ είμαι η μνήμη σας. Μην με αφήνετε να χαθώ. Εδώ μέσα έζησαν οι παππούδες σας, εδώ μεγάλωσαν οι γονείς σας, εδώ παίξατε εσείς παιδιά. Χωρίς εμένα, η Πλατέα σας θα χάσει τη φωνή της”.
Μην με αφήνετε έτσι. Θέλω να ξαναγεμίσω από φωνές, να μυρίσω πάλι καφέ, να τσουγκρίσουν ποτήρια πάνω στα τραπέζια μου. Θέλω να ξαναδώ πανηγύρι, να ακούσω μουσική ,να νιώσω παιδιά να τρέχουν απ’ έξω και να γελάνε.
Γιατί εγώ, το μικρό μαγαζάκι της Πλατέας, είμαι ακόμα ζωντανό. Μόνο περιμένω να μου ανοίξετε πάλι την πόρτα. Γιατί δεν θέλω να είμαι μνημείο σιωπής. Θέλω να είμαι μνημείο ζωής.
Κι όσο εσείς με θυμάστε, όσο μιλάτε για μένα, εγώ υπάρχω.
Κι όταν μια μέρα ξαναγελάσει η πόρτα μου, θα ξαναχτυπήσει δυνατά η καρδιά της Πλατέας.
Ελένη Τσιφτσόγλου
Σεπτέμβριος 2025