Το Μέγα Ρεύμα της Πόλης . 

 Το Μέγα Ρεύμα της Πόλης . 

Το Προάστιο Μέγα Ρεύμα ή Αρναούτκιοϊ, ήταν χωριό παλιά και σήμερα είναι προάστειο της Κωνσταντινούπολης , στον Βόσπορο . Εκεί έγινε η βάφτιση στις 14/2/1919  του Θανάση Ντοτσίνη , που ήταν ο γιός του αδελφού της Τριανταφυλλιάς Κεμπαπτσόγλου , Χρήστου Ντοτσίνη . 

  Είναι ένα από τα ομορφότερα και πλέον καλοδιατηρημένα χωριά τής Ευρωπαϊκής όχθης τού Βοσπόρου .   Στην περίοδο της ακμής του ήταν το μεγαλύτερο  ρωμαίικο χωριό του Βοσπόρου , με περισσότερους από έξι χιλιάδες Έλληνες .  

Το Βαθύ Ρεύμα ονομαζόταν έτσι ,  γιατί το ρεύμα του Βοσπόρου καθώς κατεβαίνει από τον Εύξεινο Πόντο προς την Μεσόγειο , αναπτύσσει εντυπωσιακή ταχύτητα .Επίσης ονομαζόταν και Αρναούτκιοϊ η Αρναβούτκιοϊ, ονομασία , που κρατάει μέχρι σήμερα . Αρναούτκιοϊ σημαίνει χωριό ή γειτονιά των Αλβανών .  

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο Μωάμεθ ο Β ‘ ο Πορθητής , εποίκησε την ρημαγμένη περιοχή με Αλβανούς από την Ήπειρο , εξ’ ού και Αρβανιτοχώρι . Οι Αρβανίτες αυτοί ήταν Ελληνορθόδοξοι ,  αφομοιώθηκαν γρήγορα και αναμείχθηκαν  με τους Έλληνες που ήρθαν από την Θράκη  , τα  νησιά του Αιγαίου όπως Τήνο , Σκιάθο ,  Άνδρο Νάξο , Πάρο και Χίο. Επίσης υπήρχαν Αρμένιοι  και κάτοικοι  από τα παράλια του Μαρμαρά . 

  Στο κέντρο του προαστείου υπάρχει η Εκκλησία των Ταξιαρχών , η μεγαλύτερη του Βοσπόρου , η οποία μαρτυρεί και το μέγεθος και τον άλλοτινό πλούτο της τοπικής ρωμαίικης κοινότητας  , που ασχολούνταν με την αλιεία και την αμπελουργία .  Εκεί παραθέριζαν οι επιφανείς Φαναριώτες και ηγεμόνες της  Μολδοβλαχίας , οι Υψηλάντηδες , οι Μαυροκορδάτοι , οι Μουσούροι , οι Καταθεοδωρήδες , οι Σούτσοι . Ο Νικόλαος Σκουφάς της Φιλικής Εταιρείας απεβίωσε στο Μέγα Ρεύμα και ετάφη στον ναό των Ταξιαρχών ,το 1819. 

 Εκεί  στα παράλια του Βοσπόρου υπάρχουν εκπληκτικής τέχνης , παραθεριστικές κατοικίες αριστοκρατών , τα λεγόμενα  «γιαλί» . Και σήμερα κατοικούν  εύποροι αστοί  στα ξύλινα αυτά  αρχοντικά .  

 Στο  Βαθύ Ρεύμα έμενε ο Κεμπαπτσόγλου ο Δημήτρης , ο πατέρας της Βασούλας Καραμανλή , της Κοκκώνης , της Ραλλούς   και του άτυχου Θεόδωρου , που πνίγηκε στο ναυάγιο του Ελληνικού Τιτανικού ,  του «Χειμάρρα» , το 1947 .  Ο Κεμπαπτςόγλου  πήρε υπό την προστασία του την Χαρικλειώ Τσιφτσόγλου (Στεργιάδου) , όταν πέθανε ο άνδρας της Στέργιος , με τα παιδιά της, τον Γιάγκο  και τον Μανώλη . Τους πήρε από το Όκλαλι της Τσατάλτζας στο Μέγα Ρεύμα (Αρναούτκιοϊ) και εκεί ο Γιάγκος έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη και  έγινε τεχνίτης .  

Η βάφτιση  που έγινε στο Μέγα Ρεύμα  ήταν του ανεψιού της Τριανταφυλλιάς Κεμπαπτσόγλου,  Θανάση Ντοτσίνη (γιός του αδελφού της Χρήστου ).  Το μαρτυρά το πιστοποιητικό βάφτισης  που ήρθε στα χέρια μου. 

Σε  φωτογραφία από την γιορτινή μέρα της οικογένειας στο Μέγα Ρεύμα και στην ίδια φωτογραφία απαθανατίστηκε και ο χωριανός  μας στην Νέα Δήμητρα Μαντόπουλος Καλλίνικος , που ήταν συγχωριανός και φίλος του  Δημήτρη Κεμπαπτσόγλου. Κατάγονταν και οι δύο από τους Επιβάτες (Σελίμπασα ) της Επαρχίας Μετρών (Τσατάλτζας) , της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης.  

Στο Μέγα Ρεύμα όσοι κατοικούσαν μόνιμα δεν ήταν υποχρεωμένοι να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς , σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης . Ο Κεμπαπτσόγλου ήρθε  ηθελημένα το 1926 . Μπορούσε να μείνει στο Μέγα Ρεύμα  με την οικογένειά του και να απολαμβάνει  τα πλούτη του .  Στην αυλή του σπιτιού του,  στο Μέγα Ρεύμα  , ο Κεμπαπτσόγλου είχε βιοτεχνία ποτών αφού ήταν σε άνθηση η αμπελουργία στο χωριό αυτό .Αλλά ήρθε στην Ελλάδα , στην Νέα Δήμητρα  της προσφυγιάς , αφού ήταν η επιθυμία  της  συζύγου του Τριανταφυλλιάς.  Και βλέπουμε μέσα από ντοκουμέντα  την ξένοιαστη εκείνη ζωή , που έζησαν . 

Στην ωραία φωτογραφία – κειμήλιο στο Μέγα Ρεύμα της Κωνσταντινούπολης,  είδα τον αγαπημένο μας γείτονα στην Νέα Δήμητρα, τον μπάρμπα -Καλλίνικο . 

Πώς  να φανταστώ ότι ο μπάρμπα -Καλλίνικος ο Μαντόπουλος της γειτονιάς μου,  ζούσε σε εκείνα τα ονειρεμένα  μέρη .Τον  είδα  στην φωτογραφία της γιορτινής μέρας στο Μέγα Ρεύμα.   Πώς να μην ήταν  πάντα σκυθρωπός ο μπάρμπα -Καλλίνικος , που η ζωή του  ξεκίνησε μέσα στην αριστοκρατία της Πόλης και τελείωσε ως πρόσφυγας , έξω από τον τόπο του . Ποιος θα μπορούσε να  τον πιστέψει για την αλήθεια των  λόγων του. Γι’αυτό δεν μιλούσε ποτέ για την ζωή του .Πόσες φορές άραγε ξενύχτησε με τις σκέψεις του .Πόσες φορές ταξίδεψε νοερά στα όμορφα εκείνα μέρη .Και πόσες φορές ο ύπνος του ήταν φορτωμένος με όνειρα από τον γενέθλιο τόπο του . Πόσες φορές ένοιωσε την ρήξη ανάμεσα στην ονειρεμένη ζωή της Πόλης και την πραγματικότητα της προσφυγιάς. 

Σήμερα όμως  μέσα από την φωτογραφία  ανακαλύψαμε την ξένοιαστη ζωή του  και είδα χαμογελαστό τον νεαρό Καλλίνικο . Και βλέπουμε  και θαυμάζουμε τις ωραίες φωτογραφίες από την ανέμελη εκείνη ζωή ,  στο  αριστοκρατικό  Μέγα Ρεύμα της Πόλης . 

Στο βάθος της φωτογραφίας, ανάμεσα σε καλοντυμένους κυρίους και χαμογελαστές κυρίες, διακρίνεται ένας νεαρός άντρας με κομψό κοστούμι και βλέμμα γεμάτο ζωντάνια. Η γιορτινή ατμόσφαιρα του Μεγάλου Ρεύματος αποτυπώνεται στις λαμπερές ματιές και στις προσεγμένες φορεσιές. Μια μέρα χαράς, μια στιγμή που πάγωσε στον χρόνο και ξαναζωντάνεψε έναν αιώνα αργότερα, όταν τα μάτια αναγνώρισαν εκείνο το γνώριμο πρόσωπο. 

Μα, ναι!  Ήταν ο μπάρμπα-Καλλίνικος, ο σκυθρωπός, λιγομίλητος γείτονας στη Νέα Δήμητρα. Αυτός που περπατούσε με αργά, βαριά βήματα στα μονοπάτια του χωριού, σαν να κουβαλούσε στους ώμους του ένα αόρατο φορτίο. Αυτός που οι παλιότεροι έλεγαν πως «ήταν άνθρωπος της Πόλης», μα ποτέ δεν μιλούσε για το παρελθόν του. 

Τώρα όμως, μέσα από τη φωτογραφία, το παρελθόν του αναδυόταν σαν φως από τις σκιές. Εκεί, στο αριστοκρατικό Μέγα Ρεύμα, ανάμεσα σε ανθρώπους της καλής κοινωνίας, ο Καλλίνικος ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ένας μπον βιβέρ της Κωνσταντινούπολης, ένας νέος γεμάτος ζωή, πριν η προσφυγιά τον σμιλέψει με τη σκληράδα της. 

Το Μεγα Ρεύμα, το παλιό Αρναούτκιοϊ, ήταν ένας κόσμος αλλιώτικος. Ο Βόσπορος κυλούσε με την ίδια αρχοντική μεγαλοπρέπεια που είχε αιώνες τώρα, και στις όχθες του υψώνονταν τα ξύλινα γιαλιά των Φαναριωτών. Στους δρόμους αντηχούσε η ελληνική λαλιά, ανακατεμένη με τις γλώσσες των Αρμενίων, των Τούρκων, των Ευρωπαίων εμπόρων. Εκεί, στην εκκλησία των Ταξιαρχών, βαφτίστηκε ο μικρός Θανάσης Ντοτσίνης, ανιψιός της Τριανταφυλλιάς Κεμπαπτσόγλου, και εκεί βρέθηκε να γιορτάζει και ο Καλλίνικος, άγνωστος τότε για τη μοίρα που του επιφύλασσε ο χρόνος. 

Η ζωή του όμως δεν έμεινε στο Μέγα Ρεύμα. Ο Κεμπαπτσόγλου, παρά τον πλούτο και την ασφάλεια που μπορούσε να έχει στην Πόλη, πήρε την οικογένειά του και ήρθε στην Ελλάδα. Στη Νέα Δήμητρα, στη γη της προσφυγιάς, γιατί η σύζυγός του η Τριανταφυλλιά δεν μπορούσε να μείνει μακριά από τους δικούς της ανθρώπους. Και μαζί τους, με τον καιρό, ήρθε κι ο Καλλίνικος. Όχι πια ο νεαρός των φωτογραφιών, αλλά ένας άντρας που άφησε πίσω του μια ζωή που δεν μπορούσε να εξηγήσει στους γύρω του. 

Ποιος θα πίστευε ότι ο λιγομίλητος γείτονας, ο άνθρωπος με το χαμηλωμένο βλέμμα, κάποτε ζούσε ανάμεσα σε αριστοκράτες της Πόλης; Ποιος θα τον άκουγε αν έλεγε πως περπατούσε σε εκείνους τους δρόμους, πως γευόταν τα κρασιά της τοπικής αμπελουργίας, πως μιλούσε με τους γόνους των Υψηλάντηδων και των Μαυροκορδάτων; 

Γι’ αυτό σωπαίνουμε καμιά φορά. Όχι από έλλειψη ιστοριών, αλλά από φόβο ότι κανείς δεν θα τις πιστέψει. 

Τώρα όμως, η φωτογραφία είχε μιλήσει. Ο Καλλίνικος, εκείνος που είχε χαθεί στη σιωπή, χαμογελούσε ξανά μέσα από το κιτρινισμένο χαρτί. Ήταν η στιγμή πριν η ζωή του αλλάξει για πάντα. Και ίσως, κάπου στα όνειρά του, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος δίπλα στη σόμπα του χωριού, να επέστρεφε εκεί. Στις όχθες του Βοσπόρου, στην αυλή του Κεμπαπτσόγλου, στη μέρα εκείνη που ο χρόνος είχε σταματήσει, κι εκείνος δεν ήταν ακόμα ένας πρόσφυγας, αλλά ένας νέος άντρας στην καρδιά της Πόλης. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή