Το Κυπαρίσσι της Γιωργιάς  

Το Κυπαρίσσι της Γιωργιάς  

Το κυπαρίσσι στην άκρη της αυλής της Γεωργίας είχε φυτευτεί από τότε που ήρθαν από την Πατρίδα. Ήταν ένα ζωηρό, ευθυτενές, ψηλό κυπαρίσσι, που δεν πρόσφερε δροσιά, αλλά στεκόταν εκεί σαν ένας λιγνός καλόγερος, προστάτης του σπιτιού. Στη ρίζα του, μια μεγάλη επίπεδη πέτρα, που η Γεωργία πάντα την είχε φρέσκο-βαμμένη με ασβέστη, σαν σύνορο ανάμεσα στο παλιό και το νέο. 

Πάνω στην πέτρα, στρωμένα κουρελένια χράμια, που γίνονταν καθίσματα για τις γειτόνισσες. Εκείνες, με τα μαύρα τσεμπέρια σφιχτά δεμένα στο κεφάλι, κουβέντιαζαν για τα περασμένα και  τα μελλούμενα . Εμείς, παιδιά ακόμα, καθόμασταν σε μικρά καρεκλάκια ή σε κορμούς δέντρων, για να ξεκλέψουμε λέξεις και ιστορίες από τον κόσμο των μεγάλων. 

Η Γιωργιά (1920-1973) ήρθε προσφυγοπούλα, παιδί τεσσάρων χρόνων, με τους γονείς της, τον Φώτιο(1880-1927) και την Αθηνά  Στεργιάδου(1885-1962) και τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια της, τον Απόστολο(1906-1943) και τη Φωτεινή(1908-1929). Μα η μοίρα δεν της φέρθηκε με καλοσύνη. Σε τρία χρόνια, ο πατέρας της έφυγε από τη ζωή πριν καν φτάσει τα πενήντα. Κι ύστερα, η αρρώστια χτύπησε ξανά την οικογένεια.  Τα αδέλφια της, ο Απόστολος και η Φωτεινή, δεν πρόλαβαν να γεράσουν. Ούτε ο γάμος της στάθηκε λιμάνι, καθώς έμεινε μόνη, μαζί με τη γριά μητέρα της, να κρατά το σπίτι όρθιο. 

Όταν η ανιψιά της αρραβωνιάστηκε, η Γιωργιά αποφάσισε να την πάρει στο σπίτι μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. «Να ζήσουμε όλοι σαν μια οικογένεια», είπε. Κι έτσι έγινε. Και σαν ήρθε ο μικρός Απόστολος και  αργότερα  ο μικρός Φώτη , παιδιά που πήραν τα ονόματα των αδικοχαμένων , το σπίτι ξαναγέμισε φωνές και χαρές. 

Χρόνια κύλησαν. Το κυπαρίσσι στεκόταν πάντα εκεί, αγέρωχο. Ώσπου, ένα βράδυ, μέσα σε χιονοθύελλα δυνατή, συνέβη το αναπάντεχο. Ο θόρυβος έσκισε τη γειτονιά, σαν να σείστηκε η γη από τα θεμέλιά της. Ο κόσμος φοβήθηκε να βγει από τα σπίτια του. Τι να είχε συμβεί; Γκρεμίστηκε σπίτι; Ή μήπως κατρακύλησε κανένα βουνό; 

Όταν οι πιο ψύχραιμοι τόλμησαν να αντικρίσουν τη νύχτα, είδαν το κυπαρίσσι της Γεωργίας πεσμένο στο χώμα. Ξαπλωμένο, σαν γίγαντας που τον έριξε η μοίρα. Οι ρίζες του είχαν τραβήξει μαζί τους χώμα και μεγάλες πέτρες. Σκίαζε το διπλανό σπίτι, τόσο ψηλό που ήταν. Οι φωλιές που φιλοξενούσε την άνοιξη είχαν διαλυθεί. Τα πουλιά είχαν χάσει το καταφύγιό τους. Ένα ολόκληρο μικρό σύμπαν είχε καταστραφεί. 

«Κακός οιωνός», μουρμούρισαν οι παλιοί. «Όταν πέφτει το κυπαρίσσι, κάτι θα πάρει μαζί του…» 

Πέρασαν δύο χρόνια. Η ζωή κύλησε όπως πάντα, αλλά η σκιά του δέντρου έλειπε από την αυλή. Και τότε, ξαφνικά, έφυγε από τη ζωή ο Χριστόφορος. Νέος άνθρωπος. Ακριβώς όπως το είχαν πει οι παλιοί. 

Και τότε η Γεωργιά κοίταξε την άδεια αυλή της. Το κυπαρίσσι δεν ήταν πια εκεί. Και στο σπίτι, κάτι είχε αλλάξει για πάντα. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή