Το Κουβάρι των Αναμνήσεων
Το απόγευμα έμπαινε αργά στο δωμάτιο, απλώνοντας ένα χρυσαφένιο φως πάνω στα παλιά έπιπλα. Η γιαγιά μου η Δαφνιώ είχε καθίσει στη γνώριμη θέση της, στη γωνιά της, με το καλάθι γεμάτο κλωστές στα πόδια της. Μπροστά της, εγώ, με τα χέρια τεντωμένα, κρατούσα την κλωστή όσο πιο σταθερά μπορούσα, προσπαθώντας να μην την αφήσω να χαλαρώσει.
«Έτσι μπράβο, πουλάκι μου , κράτα γερά, μην κάνει θηλιές», μου έλεγε και μου χάιδευε το μάγουλο με τα δάχτυλά της, που μύριζαν ακόμα σαπούνι .
Το κουβάρι μεγάλωνε σιγά-σιγά στα χέρια της και μαζί του ξετυλίγονταν και οι ιστορίες της.
«Θυμάμαι, Λενάκι μου , όταν ήμουν κι εγώ μικρή, το βράδυ, πριν κοιμηθούμε, η μάνα μου μας έλεγε ιστορίες για νεράιδες που χόρευαν στις ρεματιές και για γυναίκες που ύφαιναν στον αργαλειό τη μοίρα των ανθρώπων…»
Την κοιτούσα μαγεμένη. Οι ρυτίδες στο πρόσωπό της χαράζονταν βαθιά, σαν μονοπάτια που οδηγούσαν πίσω στον χρόνο. Η φωνή της ήταν ήρεμη, τραγουδιστή, γεμάτη ζεστασιά.
Κάποιες φορές, σταματούσε για λίγο, κοίταζε έξω από το παράθυρο, εκεί που οι σκιές της αυλής μεγάλωναν με το φως του δειλινού. «Έτσι περνούσε η ώρα, κοκόνα μου. Με τις δουλειές και με τα λόγια…»
Έπειτα, γύριζε πάλι σε μένα και χαμογελούσε.
«Άντε, φτάσαμε στην άκρη», έλεγε κάποια στιγμή, και το κουβάρι είχε ολοκληρωθεί. Το έπιανε στα δυο της χέρια, το ζύγιζε για λίγο, σαν να μετρούσε όχι μόνο το βάρος του, αλλά και τον χρόνο που πέρασε.
Τότε ένιωθα μια γλυκιά λύπη. Το κουβάρι είχε μαζευτεί, η ιστορία είχε τελειώσει. Μα κάθε φορά που κρατούσα ξανά στα χέρια μου μια κλωστή, ήξερα πως μπορούσα να ακούσω ξανά τη φωνή της. Γιατί οι ιστορίες της ήταν σαν εκείνες τις λεπτές κλωστές ,απαλές, ζωντανές, ατέλειωτες.