Το Καφενείο  των Παππούδων στη Νέα Δήμητρα 

Το Καφενείο  των Παππούδων στη Νέα Δήμητρα 

 Το μικρό καφενείο του Ράσου του Νικόλα ,στο δρόμο πίσω από την εκκλησία , είχε ξύλινα τραπέζια με βαθουλώματα και σημάδια χρόνων. Εκεί σύχναζαν  οι παππούδες σύχναζαν για να πιούν το νερωμένο τους ούζο και να μοιραστούν ιστορίες. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την παλιά πατρίδα, την Ανατολική Θράκη, ντυμένες με ξεθωριασμένα πλαίσια. Πάνω σε μια ξύλινη μπάρα έλαμπαν τα μπουκάλια με το σπιτικό ούζο, κρυμμένα μέσα σε μικρές κούπες και γυάλινα ποτήρια. 

Ο καπνός από τα τσιγάρα και τη σόμπα  πλέκονταν με τη μυρωδιά του γλυκού γλυκάνισου και του ψητού ψωμιού. Στο βάθος, το τρεχούμενο νερό από μια παλιά βρύση γέμιζε τον αέρα, μαζί με τους χαμηλούς ψιθύρους και τα γέλια που ξεκινούσαν από τους θαμώνες. 

Οι ήχοι έδιναν ζωή στον χώρο. Το τρίξιμο των καρεκλών, το κροτάλισμα των πιρουνιών στα πιάτα με τους μεζέδες, παστουρμά, τυριά, ελιές , ανακατεύονταν με  το βουητό της συζήτησης που σιγά σιγά δυνάμωνε. Από τον δρόμο έφτανε το μακρινό τρίξιμο των κάρων πάνω στο χωματόδρομο , το απαλό μουρμουρητό από τις αυλές και το νοσταλγικό σκοπό από το ούτι που έπαιζε ο Ευξάνθιος ο Τσαλκιτζής  και ταξίδευε στις γειτονιές.  

Μια γάτα πέρασε γρήγορα από το πεζοδρόμιο και  το μακρόσυρτο νιαούρισμά της χάθηκε σύντομα μέσα στα χαμηλά φώτα των λουλουδιών της αυλής, ενώ ένας σκύλος γάβγιζε μακριά, σαν να φυλάει τις μνήμες και τις ιστορίες που ξεδιπλώνονταν πίσω από τις πόρτες. 

Το καφενείο γέμιζε με τον καπνό  των άφιλτρων  τσιγάρων που καίγονταν αργά και με το βαθύ βουητό της συζήτησης που ξεκινούσε από ψιθύρους και σιγά-σιγά μετατρεπόταν σε ζωντανές κουβέντες γεμάτες παλιά ανέκδοτα και θύμησες. 

Στο κέντρο ,ο Μανώλης ο Εσκιόγλου έγερνε προς τον Ανέστη τον Παπαδόπουλο και του έλεγε : _ Άντε, Ανέστη μην το κρατάς άλλο το ποτήρι ! Πιες και πες μας πάλι  εκείνη την ιστορία για το χωριό σου,  το Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας.  

Λίγο πιο δίπλα ο Ιωακειμίδης ο Αντώνης άναβε το τσιγάρο του με ήρεμες κινήσεις .  _Απόστολε , θυμάσαι  τότε που έφερε ένας παλιατζής ένα  ρολόι – ξυπνητήρι με κουρδιστήρι . Δεν είχαμε δει τέτοιο πράγμα ποτέ !  

Και ο Αντώνης περιέγραφε πώς η πεθερά του η Γαρυφαλλιά έφτιαχνε πίτα με άγρια χόρτα .   

Και όλοι θυμήθηκαν  τη φτωχική τους τη ζωή  και μίλησαν για πολλά .  Για την ξύλινη  σβούρα που την σκάλιζαν με το σουγιά  και έπαιζαν, για τα καρύδια που τα έσπαζαν  με τα δόντια , για τα αβράμπουλα που έκλεβαν από του Γκόγκου τον μπαχτσέ στην Πατρίδα  και τα μακροβούτια που κάνανε στα ρέματα .  

Κάπου στο βάθος, ο τεντζερές , έβραζε και κόχλαζε κρέας προβατίνας,  συνοδεύοντας το χαμηλό γέλιο των παππούδων. Το ελαφρύ τρίξιμο των καρεκλών, καθώς οι άντρες γύριζαν να πιάσουν κουβέντα, έδινε μια αίσθηση κίνησης και ζωντάνιας. 

 Ένα παλιό γραμμόφωνο  σιγοτραγουδούσε  σε μια γωνιά, ενώ οι φωνές των παππούδων  εναλλάσσονταν με το θρόισμα των φύλλων της ασκαμνιάς  που φυσούσε από το ανοιχτό παράθυρο. 

Κάθε ήχος ήταν ένα κομμάτι της συντροφιάς, ένα σήμα πως το καφενείο ήταν το σπίτι όπου οι μνήμες και το ούζο ζωντάνευαν με κάθε γουλιά και κάθε λέξη. 

Μέσα σε αυτήν την αγκαλιά ήχων και μυρωδιών, οι παππούδες σηκώνουν τα ποτήρια τους και το νερωμένο ούζο γλιστρούσε δροσερό, παίρνοντας μαζί του τους καημούς και  τις αναμνήσεις . Ήταν εκεί, στο καφενείο αυτό, που η ζωή συνέχιζε να κυλάει, αργά και ζεστά, όπως και το ίδιο το ούζο. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή