Το Καφενείο του Λαζάρκιοΐ. Παραδοσιακοί Μεζέδες και Ούζο . 

Το Καφενείο του Λαζάρκιοΐ. Παραδοσιακοί Μεζέδες και Ούζο . 

Στην Ανατολική Θράκη, το ούζο  ήταν η ψυχή των συναντήσεων, η γέφυρα που ένωνε τις γενιές και το κοινό νήμα που έδενε τις ιστορίες των ανθρώπων. Στο  μικρό καφενείο του Λαζάρκιοϊ , οι παραδοσιακοί μεζέδες που έφτιαχναν οι γιαγιάδες γέμιζαν το τραπέζι με απλές, γνήσιες γεύσεις που μύριζαν αγάπη και παράδοση. Μελιτζάνες ψητές, σαρδέλες στα κάρβουνα, παστουρμάς και ζουμερές πιπεριές έδιναν τον τόνο σε μια στιγμή κοινότητας και χαράς. 

 Ας κάνουμε μια βουτιά στον κόσμο εκείνων των γεύσεων, εκείνων των ανθρώπων και της μαγείας που ξεκινούσε από ένα ποτήρι ούζο και συνοδευόταν από την καρδιά της Θράκης. 

Ας δούμε μερικές παραδοσιακές γεύσεις και συνταγές που συνόδευαν το ούζο εκείνα τα χρόνια στην Ανατολική Θράκη, όπως τις έφτιαχναν οι γιαγιάδες  μας . 

Στο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ τα απλά, αλλά γεμάτα νοστιμιά πιάτα που μύριζαν χωριό .  

Μελιτζάνα ψητή: Καπνιστή μελιτζάνα ψημένη στα κάρβουνα, περιχυμένη με λάδι και ξύδι  πασπαλισμένη με σκόρδο και φρέσκο μαϊντανό. 

Τυρί μαλακό  που έφτιαχναν οι νοικοκυρές και συνδυαζόταν υπέροχα με το αρωματικό ποτό. 

Σαρδέλες ψητές: Φρέσκες σαρδέλες, αλατισμένες και ψημένες στα κάρβουνα, με μια πρέζα ρίγανη και λεμόνι για να απογειώνουν τη γεύση. 

Παστουρμάς: Λεπτές φέτες από καπνιστό κρέας με μπαχαρικά, που έδιναν ένταση και βάθος στον μεζέ. 

Πιπεριές πράσινες και κόκκινες  ψητές.  Ζουμερές πιπεριές ψητές, περασμένες με λάδι και σκόρδο, που έδεναν αρμονικά με το ούζο.  

Όλα αυτά συνοδεύονταν πάντα από το φρέσκο ψωμί του χωριού, φτιαγμένο με προζύμι και ζυμωμένο με μεράκι. 

Ο παππούς συνήθιζε να λέει: «Μην βιάζεσαι να πιεις το ούζο σκέτο, περίμενε να πιάσεις με το πιρούνι μια μπουκιά από το μεζέ. Κι όταν νιώσεις τη γεύση να γεμίζει το στόμα, τότε σήκωσε το ποτήρι σου και πιες αργά. Αυτό είναι το μυστικό της ζωής.» 

Κι όλο το καφενείο γέμιζε από φωνές, γέλια  και με τους μεζέδες  στο καφενείο του Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης, γινόταν το όχημα για την παρέα και την διασκέδαση .  

Η μελιτζάνα ήταν πάντα στα πρώτα πιάτα του μεζέ. Ο παππούς ο Πρόδρομος  ο Κυριακίδης ,ο μπαμπάς της Λαμπρινής της Γκογκότσαινας της Νέας Δήμητρας, θυμόταν τη μυρωδιά της φωτιάς και των καπνών που ανέβαιναν από το ξυλόφουρνο του χωριού. 

Η μελιτζάνα, μεγάλη και γερή, τοποθετούνταν προσεκτικά πάνω στα κάρβουνα που είχαν πια πάρει κόκκινο χρώμα. Σιγά σιγά, η φλούδα της μαύριζε και φουσκώνανε μικρές φουσκάλες από τη ζέστη, ενώ το εσωτερικό της γινόταν μαλακό, σχεδόν κρεμώδες. 

Όταν ήταν έτοιμη, τη σήκωναν με μια μεγάλη τσιμπίδα και την άφηναν να κρυώσει λίγο. Μετά, έσπαγαν τη φλούδα, και με ένα κουτάλι έπαιρναν τη σάρκα της, που μοσχοβολούσε καπνό και γλύκα. Έριχναν μέσα χοντρό αλάτι, ψιλοκομμένο σκόρδο, φρέσκο μαϊντανό και ένα πλούσιο ράντισμα από φρέσκο ελαιόλαδο και ξύδι .  

Το αποτέλεσμα ήταν ένα πιάτο γεμάτο απλότητα και βάθος, που μύριζε παράδοση και αγάπη. Όταν τοποθετούνταν στο τραπέζι, όλοι ήξεραν πως ήταν ώρα να σηκώσουν το ποτήρι, να πάρουν μια μπουκιά και να μοιραστούν τις ιστορίες τους. 

Ο παππούς Ζαφείρης  ο Μήττας ,ο παππούς του Ζαφειράκη της Νέας Δήμητρας , πάντα έλεγε: «Η μελιτζάνα αυτή, όπως και το ούζο, κρατάει μέσα της τη ζεστασιά του σπιτιού και την μυρωδιά από τους μπαχτσέδες μας . Μην ξεχάσεις ποτέ να τη γευτείς με την καρδιά.” 

Το καφενείο ήταν το στέκι των αντρών του Λαζάρκιοΐ, μια μικρή γωνιά όπου ο χρόνος έμοιαζε να σταματάει. Οι παππούδες, με το καπέλο τους γερμένο στο πλάι και το γκριζαρισμένο μουστάκι, κάθονταν γύρω από τα βαριά ξύλινα τραπέζια. Τα μάτια τους, κουρασμένα από τη δουλειά και τη ζωή, άστραφταν όταν έπιαναν το ποτήρι με το νερωμένο ούζο. 

Η κουβέντα άρχιζε πάντα αργά, σαν να ζύγιαζαν τις λέξεις. Ήταν ιστορίες από τα χωράφια, τις θάλασσες και τους ανθρώπους.  Κάποιες φορές, η φωνή τους ανέβαινε δυνατά, όταν μοιράζονταν χαρές ή παράπονα.  

Πάνω στο τραπέζι, τα πιατάκια με τον μεζέ γύριζαν συνεχώς. Ένας από τους παππούδες έπιανε μια μπουκιά από τη μελιτζάνα ψητή, άλλος έκοβε λίγο παστουρμά, ενώ ένας τρίτος ανακάτευε το λάδι  στο πιάτο του με το ψωμί. Κάθε τόσο, το ποτήρι με το νερωμένο ούζο γέμιζε ξανά και  η γεύση του έφερνε μια παρηγοριά, έναν τρόπο να αντιμετωπίσουν τα βάρη της ζωής. 

Το γέλιο δεν έλειπε ποτέ, ιδιαίτερα όταν οι παππούδες θυμόντουσαν παλιές πλάκες ή περιστατικά με φίλους και συγγενείς. Και όταν η βραδιά προχωρούσε, η παρέα γινόταν πιο ζεστή.  

Κάποιος τραγουδούσε χαμηλόφωνα ένα παλιό τραγούδι της Θράκης και όλοι σιγοτραγουδούσαν μαζί, κρατώντας ζωντανές τις μνήμες που το ούζο και ο μεζές ξυπνούσαν στην καρδιά τους.  

Ο Απόστολος ο Τσιφτσής , ο μπαμπάς του Βαλιού του Τσιφτσή ,  με το ξεθωριασμένο καπέλο στραβά στο κεφάλι, πήρε μια βαθιά γουλιά από το ποτήρι του, νιώθοντας το δροσερό νερωμένο ούζο να γλιστράει στη γλώσσα του. Το βλέμμα του χάθηκε για μια στιγμή στον καπνό που έπλεε αργά πάνω από τα τραπέζια. 

«Ξέρετε, φίλοι μου, αυτό το ούζο… δεν είναι μόνο για να ξεδιψάς. Είναι σαν να πίνεις  τις στεναχώριες και τις χαρές “. 

Ο   Ανδρέας ο Τσαλικίδης ,ο Ρεΐζ Αντρέας, ο ψαράς Αντρέας όπως τον έλεγαν  ,ο παππούς  του Αντρέα της Ζήλας,  με τα μάτια του γεμάτα ιστορίες, άπλωσε το χέρι και έπιασε το πιατάκι με τον παστουρμά, κόβοντας μια λεπτή φέτα. «Θυμάμαι τα καφενεία στο χωριό, εκεί κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Τα βράδια μαζευόμασταν οι άντρες και το ούζο έρεε, μαζί με τις λέξεις και τα τραγούδια.  

Ο Στυλιανός ο Τσαλκιτζής   που καθόταν πιο ήσυχος χαμογέλασε με μια θέρμη που δεν κρύβονταν. «Κάθε φορά που πιάνω το ποτήρι, νιώθω να μου δίνει δύναμη”. 

Ο Σταύρος ο Κερέμης, ο μπαμπάς  του Αντώνη ,  σήκωσε το ποτήρι του πιο ψηλά, τα μάτια του γυάλιζαν από τη συγκίνηση και τη νοσταλγία. 

“Για τους φίλους που έφυγαν.Ας πιούμε, να μη ξεχάσουμε ποτέ.» 

Οι άλλοι ο Κωνσταντινίδης ο Κωνσταντίνος  ο πεθερός της Ελένης της Καρνέτατζη , ο μπαμπάς  της ο Μόσχος ο Μοσχίδης, ο Εσκιόγλου ο Στέφανος ο μπαμπάς του Μιλτιάδη , ο Δημητριάδης ο Δημήτρης ο παππούς  των Δημητριάδηδων , ο Αλετρίκης ο Δημήτρης ο μπαμπάς  του Αντώνη , ο Σαρβανιτίδης  ο Κωνσταντίνος ο παππούς  του Στέργιου Χατζόπουλου  , ο Φώτης ο Φωτακίδης ο παππούς της Δροσής , ο Παναγιώτης ο  Τσαλικίδης ο πεθερός της Πετρίνας , ο Παντελής ο Τσολακίδης  ο παππούς  του Παντελή, ο Ιορδάνης ο Τσαλκιτζής ο προπαππούς του Ιορδάνη , ο Χρυσάφης ο Κυριακίδης ο παππούς  του Χρυσαφάκη , ο Αθανάσιος ο Μοσχίδης ο παππούς του Θανάση Χατζόπουλου ,  σηκώθηκαν και τσούγκρισαν τα ποτήρια κι ο ήχος τους αντήχησε σαν υπόσχεση μέσα στο μικρό, ζεστό καφενείο. Οι φωνές χαμήλωσαν, ένα παλιό τραγούδι ξεκίνησε και οι καρδιές άρχισαν να χτυπούν στον ίδιο ρυθμό με τις αναμνήσεις και το ούζο που τους συνέδεε. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή