Το Ζυμάρι της Μνήμης στη Νέα Δήμητρα
Η Λαμπρινή Αλμπανίδου, γέννημα και θρέμμα της Δέσποινας της Μαρμαρίδαινας και του Κωνσταντίνου του Μαρμαρίδη, κουβαλούσε μέσα της την τέχνη των ζυμαρικών όπως άλλες κρατούν ένα φυλαχτό. Από μικρή, δίπλα στη μάνα της, έμαθε να φτιάχνει με μεράκι τραχανάδες και γιουφκάδες, ζυμαρικά που δεν ήταν μόνο τροφή, αλλά κομμάτια παράδοσης, κομμάτια ζωής. Η μάνα της, νοικοκυρά επιδέξια , στάθηκε για τη Λαμπρινή και τις αδελφές της , δασκάλα και φάρος. Κι εκείνες, πατώντας στα χνάρια της, μεγάλωσαν μ’ εκείνη τη γεύση στα χείλη και την τέχνη στα χέρια.
Όταν η Λαμπρινή πήγε νύφη στο σόι του Οδυσσέα Αλμπανίδη, σε άλλη γειτονιά, έφερε μαζί της την προίκα της καρδιάς, τη γνώση, την επιμέλεια, τη μνήμη. Κι εκεί, στη νέα της οικογένεια, συμπλήρωσε την τέχνη της από την πεθερά της, τη Φανιώ από τις Καστανιές της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης, γυναίκα κι εκείνη ριζωμένη στην παράδοση. Έγιναν συντροφιά στο ζύμωμα και στο άπλωμα, γυναίκες ενωμένες στον κοινό τους σκοπό, να μη σβήσει η γεύση του παρελθόντος.
Κάθε καλοκαίρι, πριν αρχίσουν οι δουλειές στα χωράφια, έστηναν το εργαστήρι τους. Το αλεύρι, τα αυγά, το φρέσκο γάλα, ακόμη και το τριμμένο κολοκύθι, περίμεναν τη σειρά τους. Ήταν ιεροτελεστία το ζύμωμα με υπομονή και αγάπη. Ύστερα ερχόταν το κόψιμο και έπειτα το στέγνωμα, που απαιτούσε μεγάλη προσοχή. Ο ήλιος του καλοκαιριού έπρεπε να είναι σύμμαχος, όχι εχθρός.
Στις βεράντες και στις αυλές, στα σεντόνια ,τις υφαντές απλάδες , άπλωναν τους τραχανάδες και τους γιουφκάδες. Οι γάτες παραμόνευαν έτοιμες να στήσουν χορό πάνω στις μυρωδιές. Οι νοικοκυρές τις έδιωχναν με φωνές και γέλια. Και τα πουλιά; Κι εκείνα γοητευμένα, γύρω-γύρω, πετούσαν και ζύγωναν. Ήταν ολόκληρη επιτήρηση το στέγνωμα και φρουρούσαν το μεράκι τους.
Η Λαμπρινή ζυμώνει στον ξύλινο στρογγυλό σοφρά και η Φανιώ κάθεται δίπλα της με το μαντίλι της δεμένο σφιχτά στο κεφάλι.
Λαμπρινή: Μάνα Φανιώ, για πες μου κάτι… Πόσα αυγά είπαμε πως βάζεις εσύ για τον γιουφκά; Γιατί η μάνα μου έβαζε έξι στις δύο οκάδες αλεύρι, μα εσύ χτες είπες παραπάνω.
Φανιώ:Αχ, Λαμπρινή μου, εξαρτάται. Αν είναι τα αυγά μικρά εγώ βάζω οχτώ. Να κρατάει το φύλλο στο βράσιμο. Κι ύστερα το γάλα… μη το λυπάσαι.
Λαμπρινή (σκουπίζοντας τα χέρια της):
Δηλαδή, για δυο οκάδες αλεύρι, οχτώ αυγά και ένα κιλό γάλα;
Φανιώ : Ή και παραπάνω. Το γάλα το ζεσταίνουμε πρώτα λιγάκι, ίσα να χλιαραίνει να κάτσει καλά στη ζύμη. Κι ένα μυστικό ,λίγο αλάτι και ένα κομμάτι βούτυρο φρέσκο, όσο ένα καρύδι. Δίνει νοστιμιά που δεν την ξεχνάς.
Λαμπρινή: Η μάνα μου δεν έβαζε βούτυρο στη ζύμη.
Φανιώ: Κάθε τόπος έχει τη νοστιμιά του. Μα σαν τα χέρια της νοικοκυράς, δεν έχει. Όπως το πιάσεις το ζυμάρι, έτσι θα σου βγει.
Λαμπρινή (με μάτια φωτεινά):
Θα το θυμάμαι αυτό, μάνα. Και μια μέρα, άμα έχω κι εγώ νύφες, θα τους το λέω. Όπως μου το ‘πες εσύ.
Φανιώ :Να το λες. Γιατί δεν είναι μόνο συνταγή, παιδί μου. Είναι μνήμη. Και τι άλλο έχουμε εμείς οι γυναίκες να αφήσουμε πίσω, αν όχι τη μνήμη μας και τη γεύση της.
Όταν πια όλα ήταν έτοιμα, τα ζυμαρικά έμπαιναν σε πάνινα πουγκιά και παίρναν τη θέση τους στο ντουλάπι, περιμένοντας τον χειμώνα. Κι όταν ερχόταν η παγωνιά και κλεινόταν ο κόσμος μέσα, άναβαν οι ξυλόσομπες κι άχνιζαν οι τεντζερέδες κι όλο το σπίτι μοσχομύριζε.
Σ’ όλο το χωριό, στη Νέα Δήμητρα, οι γυναίκες ετοίμαζαν τα εφόδια του χειμώνα πριν αρχίσουν οι θερινές δουλειές. Μα η θεία Λαμπρινή ήταν ξεχωριστή. Συνέχισε την τέχνη της για πολλά χρόνια, ακόμη κι όταν χάθηκαν οι παλιές νοικοκυρές. Έγινε η ίδια φάρος της παράδοσης και στήριγμα του τόπου της. Γέμιζε τα σπίτια του χωριού με τα ζυμαρικά της , τραχανάδες και γιουφκάδες που θύμιζαν τις μανάδες, τις γιαγιάδες, τις ρίζες.
Οι Νεοδημητριώτισσες την εμπιστεύονταν. Ήξεραν πως ό,τι έβγαινε απ’ τα χέρια της ήταν καθαρό, τίμιο, φτιαγμένο με πίστη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, η θεία Λαμπρινή δεν κράτησε μόνο μια παράδοση ,κράτησε ζωντανή μια μνήμη. Και ταυτόχρονα, ενίσχυσε και το σπίτι της, το εισόδημά της, μα πάνω απ’ όλα, την ψυχή της.