Το Γλυκό του Μουσαφίρη  

Το Γλυκό του Μουσαφίρη  

Στο παλιό ,πατρικό μου σπίτι εκείνο που μύριζε πάντα φρεσκοψημένο ψωμί υπήρχε ένα μικρό ντουλάπι, σκαλιστό και γεμάτο μυστικά. Στο πάνω-πάνω ράφι, το πιο απρόσιτο απ’ όλα, στεκόταν ένα γυάλινο μπολ. Μέσα του, χωμένο σαν θησαυρός, ήταν το γλυκό κουταλιού. Τριαντάφυλλο ή  κυδώνι, ανάλογα την εποχή, με το σιρόπι να γυαλίζει σαν υγρό κεχριμπάρι. Ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία το να το δεις, πόσο μάλλον να το γευτείς. 

Αυτό το γλυκό δεν ήταν ποτέ για μας. Ήταν «για τους ξένους», όπως έλεγε η μαμά μου .  Για εκείνους που θα έμπαιναν στο σπίτι ξαφνικά, να καθίσουν στο ξύλινο τραπέζι, να πιουν καφέ και να μας κοιτάξουν με μάτια γεμάτα κρίση. «Να μην ντροπιαστούμε», έλεγε, και το έκρυβε καλά, λες και ήταν διαμάντι. Εμείς, τα παιδιά, το κοιτούσαμε από μακριά, με βλέμμα γεμάτο λαχτάρα. Τόσο κοντά, μα τόσο μακριά. 

Ήταν απομεσήμερο, μια μέρα που η βροχή έπεφτε αργά, όπως πέφτει η ζάχαρη από το κουταλάκι όταν τη βυθίζεις στο νερό. Ήμουν μόνη στην κουζίνα. Το φως του ήλιου τρύπωνε από τις χαραμάδες του παραθυρόφυλλου, κάνοντας το γυαλί του μπολ να λαμπυρίζει σαν να με καλούσε. Δεν άντεξα. Έσυρα μια καρέκλα, πάτησα στις μύτες των ποδιών και τέντωσα τα χέρια μου. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τύμπανο. Το καπάκι άνοιξε με έναν απαλό ήχο που έμοιαζε με αναστεναγμό. 

Το πρώτο κουταλάκι ήταν σαν αποκάλυψη. Η γλύκα πλημμύρισε το στόμα μου, το άρωμα του  τριαντάφυλλου και του κυδωνιού  τύλιξε τη μνήμη μου σαν παλιά κουβέρτα. Ένιωσα, για μια στιγμή, πως ο κόσμος μπορούσε να χωρέσει όλος σε εκείνη τη γεύση. 

Δεν ξέρω πότε μπήκε η μαμα μου  στην κουζίνα. Στεκόταν εκεί, με τα χέρια στη μέση και το βλέμμα αυστηρό, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήρθε κοντά, πήρε κι εκείνη ένα κουταλάκι, κι έκατσε δίπλα μου στο τραπέζι. 

«Γλυκό είναι για να το χαίρεσαι», είπε χαμηλόφωνα. Ήταν η πρώτη φορά που το μοιραστήκαμε. Και ίσως η πιο γλυκιά στιγμή που θυμάμαι. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή