Το Γιατρικό των Παππούδων μας . 

Το Γιατρικό των Παππούδων μας . 

Το ουζάκι ήταν πάντοτε το γιατρικό τους .  Μικρό ποτήρι, μεγάλο νόημα. Μια σταλιά γλυκάνισο κι όλος ο κόσμος γινόταν πιο γλυκός, λιγότερο βαρύς. 

 Ήταν συνήθεια από την Πατρίδα ακόμη, από εκείνα τα χώματα της Ανατολής που άφησαν πίσω ματωμένα πατήματα και ρίζες απλωμένες. Κι όμως, το ούζο δεν το άφησαν , το κουβάλησαν σαν φυλαχτό στην καινούρια ζωή. 

Στο καφενείο του χωριού, εκεί που η μυρωδιά του καφέ ανακατευόταν με τη μυρωδιά του ξύλου και του χρόνου, οι παππούδες μας  καθόταν πάντα στο ίδιο τραπέζι. Το ουζάκι λευκό, ποτήρι μισό νερό, μισό παρηγοριά. Το έπιναν αραιωμένο, να μοιάζει με τα δάκρυα που δεν ήθελαν να φανούν. Πλάι του, ένας μεζές , λίγες ελιές, ένα κομμάτι τυρί ,  λίγο παστό ψάρι. Αυτά έφταναν για να στήσουν γιορτή. 

Κι έπειτα άρχιζαν οι κουβέντες. Για τις παλιές πατρίδες, για τα σπίτια που άφησαν πίσω, για τα τραγούδια που ακόμα έπαιζαν στο μυαλό τους. Το ούζο τους ένωνε σαν αόρατη κλωστή,  κάθε γουλιά και μια ανάμνηση, κάθε ανάσα και μια ελπίδα. Τα ντέρτια έφευγαν σιγά σιγά, σαν να τα ξέπλενε ο γλυκάνισος. Γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον  κι ύστερα σώπαιναν. Το ούζο ήξερε πότε να τους κάνει να σωπάσουν και πότε να τους ξαναβάλει στη φωνή. 

Τους έβλεπα μικρή και νόμιζα πως ήταν απλώς ένα ποτό. Μα ήξερα, με τον καιρό, πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Ήταν το δικό τους μυστικό γιατρικό  για την καρδιά, για την ψυχή. Ένα ποτήρι ούζο, μισό νερό, μισό θύμηση, όλο ζωή. 

Στις Πατρίδες ,στην Ανατολική Θράκη, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, το ούζο έτρεχε σαν γλυκιά ανάσα μέσα στα καφενεία και τα σπίτια. Χάλκινοι άμβυκες βράζανε τον καρπό της γης, σταφύλι ευλογημένο και έσμιγαν  με το άρωμα του γλυκάνισου. 

 Εκεί, στην πατρίδα, το αποκαλούσαν και ρακί, μα για όλους ήταν το ίδιο.  Το ποτό που ένωνε τους φίλους, που έδιωχνε τα βάσανα και πότιζε τα χείλη με ιστορίες. 

Στην Πλατέα του χωριού,  στο καφενείο , ο ήχος του ποτηριού πάνω στο ξύλινο τραπέζι ακουγόταν σαν κουδούνισμα χαράς. Μια φέτα ψωμί, μια ελιά, λίγο παστό ψάρι   κι αυτό ήταν το τραπέζι τους.  

Ο μπάρμπα-Αλέξανδρος ο Κεχαγιάς , με το μουστάκι του να τρεμοπαίζει, σήκωνε το ποτήρι: 

«Στην υγειά μας, χωριανοί ! Στην υγειά της χαμένης πατρίδας!» 

 Και ο Νικολακάκης ο Καλφόπουλος έλεγε : ” Να ζεστάν(ου)με την ψυχή μας “. Ο  Γιαννακής ο Κυριακίδης σήκωνε το ποτηράκι του και έλεγε σε όλους ” Υγιαίνετε “.  

Και ο μπάρμπα Κωνσταντίνος ο Τσιφουτάκης καθόταν στην άκρη του καφενείου , με τον φίλο του τον μπάρμπα  Χρήστο τον Νατσόπουλο και τον Γρηγοριάδη τον Γρηγόρη .  Καθένας με το ποτηράκι του κι ένα κουτάκι λουκούμια στη μέση ,  γλυκά, να κόβουν την πίκρα του ούζου. 

Διηγείται ο Γρηγόρης . 

” Έπιανε ο παππούς μου   το ποτήρι, το κοίταζε σαν να ‘τανε θησαυρός. 

«Έλα, ρε παππού», του έλεγα, «γιατί το κοιτάς έτσι;» Κι αυτός γελούσε. 

«Γιατί μέσα σ’ αυτό, παιδάκι μου, κρύβεται η ζωή μας όλη. Το δικό μας δάκρυ, μα και το γέλιο μας!» 

Κι ύστερα αρχίζανε τα τραγούδια , τραγούδια παλιά, απ’ την Πατρίδα. Ο Κωνσταντίνος είχε μια φωνή βαθιά, κι όποτε έλεγε το «Πίνω και μεθώ» όλοι σωπαίνανε. Ο καφετζής γυάλιζε τα ποτήρια πίσω απ’ τον πάγκο, μα μας κοίταζε κι αυτός ,  γιατί ήξερε πως εκείνη την ώρα, το τραγούδι μας ήταν πιο δυνατό κι απ’ τον πόνο. 

Το ουζάκι τους  γινόταν σύννεφο, μ’ εκείνη τη γαλακτερή όψη σαν να τους ταξίδευε.  Άρχιζαν οι ιστορίες.  Για τα παλιά σπίτια στην Πατρίδα, για τους αμπελώνες, για τους δρόμους με τους μπαχτσέδες. Κι ας μην τα είχαν  πια, ήταν σαν να ζωντάνευαν  στα λόγια τους. 

Κι όταν το ποτήρι άδειαζε, το ξαναγεμίζανε. Όχι γιατί διψούσανε , μα γιατί θέλανε να κρατήσουνε ζωντανό εκείνο το κάτι, το άγιο που τους  έδινε αυτό  το ποτό. 

«Έλα, φίλε μου», λέγανε . «Έλα, να ζεστάνουμε την καρδιά μας ακόμα λίγο.» 

Έτσι  εκείνα τα καφενεία ήταν σχολεία. Μαθαίνανε πώς να γελάνε μέσα απ’ τα δάκρυα, πώς να σηκώνουν το κεφάλι όταν τους βάραινε  η μνήμη. Το ούζο ήταν το εισιτήριο  κι η παρέα, το ταξίδι. 

Γι’ αυτό και σήμερα, κάθε φορά που γεμίζω το ποτήρι μου, ακούω ακόμα εκείνες τις φωνές: 

«Στην υγειά σου, παππού!» 

«Στην υγειά σου, μπεμπέ μ’(αδελφέ) !» 

…κι όλο το καφενείο γίνεται ένα, σαν να μην πέρασε ούτε μέρα απ’ το χτες. 

Το ούζο τους ήταν πάντα νερωμένο, να μοιάζει με τα μάτια τους που δακρύζανε από νοσταλγία. Σαν να το ήξεραν πως η καρδιά άντεχε καλύτερα όταν το ποτό ήταν πιο απαλό. Και μέσα σ’ αυτή τη λευκή θολούρα του ποτηριού, καθρεφτίζονταν όλα όσα είχαν αφήσει πίσω .  Τα αμπέλια, τα τραγούδια τους, τις ιστορίες που έλεγε ο παππούς δίπλα στη σόμπα . 

Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες τους. Το ούζο ήταν η γέφυρα που τους ένωνε, το αντίδοτο στους καημούς. Κι όταν ήρθε η προσφυγιά, δεν το άφησαν πίσω ,το κουβάλησαν μαζί, σαν προίκα ιερή. Γιατί ήξεραν καλά. Μπορεί να χάσεις το σπίτι σου, μπορεί να χάσεις τον τόπο σου, μα δεν χάνεις ποτέ αυτό που σε κάνει να θυμάσαι ποιος είσαι. Ένα ποτήρι ούζο, μισό νερό, μισό μνήμη , ήταν όλος ο κόσμος τους. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή