Το Ακορντεόν του Πατέρα μου 

Το Ακορντεόν του Πατέρα μου 

Ο πατέρας μου, ο Τάσος Τσιφτσόγλου  ή Τσακάκκ, όπως τον έλεγαν από τον πατέρα του , ήταν άνθρωπος του μόχθου, γεωργός, βιοπαλαιστής, αλλά και κάτι παραπάνω. Ήταν λαϊκός οργανοπαίχτης, ένας άνθρωπος που ήξερε να δίνει ψυχή στη μουσική και να τη χαρίζει απλόχερα σε όποιον την είχε ανάγκη. Το ακορντεόν του δεν ήταν απλώς ένα όργανο· ήταν η προέκταση της καρδιάς του, το μέσο με το οποίο εξέφραζε τα συναισθήματά του και έφερνε χαρά στον κόσμο. 

Η μουσική ήταν η μεγάλη του αγάπη, αλλά και το στήριγμά του. Τα πλήκτρα του ακορντεόν δεν έπαιζαν μόνο τραγούδια, μα έφερναν και το ψωμί στο σπίτι μας. Με το ακορντεόν στον ώμο, ο πατέρας μου γύριζε από γλέντι σε γλέντι, από γάμο σε γάμο, από αρραβώνα σε βάφτιση, δίνοντας μελωδία και ρυθμό στις πιο όμορφες στιγμές της ζωής των ανθρώπων. Εκείνος έδινε μουσική και έπαιρνε πίσω χαμόγελα, ευχές, αγκαλιές και λίγα χρήματα, αρκετά για να συμπληρώσουν το μεροκάματο του χωραφιού. 

Ήταν άνθρωπος χαρούμενος, ανοιχτός, γεμάτος αστεία και πειράγματα. Είχε αυτό το πηγαίο χιούμορ που έκανε τους ανθρώπους να νιώθουν άνετα κοντά του, να τον αγαπούν και να τον περιμένουν στις γιορτές τους. Δεν ήταν μόνο μουσικός, ήταν διασκεδαστής, ένας από εκείνους τους ανθρώπους που έχουν το χάρισμα να ζωντανεύουν την παρέα, να μετατρέπουν μια απλή συντροφιά σε αληθινό πανηγύρι. 

Δίπλα του, η γυναίκα της ζωής του, η μάνα μας η Φωτούλα , μια γυναίκα με όλα τα χαρίσματα του κόσμου, όπως έλεγε κι εκείνος. Μαζί πάλεψαν, μαζί μεγάλωσαν τις τέσσερις κόρες τους, μας έμαθαν την αξία της αγάπης, της καλοσύνης, του σεβασμού. Μας έμαθαν πως η ζωή δεν είναι μόνο δουλειά και υποχρεώσεις, αλλά και τραγούδι, χαρά, μοιρασμένες στιγμές. 

Ο πατέρας μου ξενύχτησε άπειρες φορές με το ακορντεόν του. Στεκόταν ώρες ολόκληρες, παίζοντας με την ψυχή του, δίνοντας ρυθμό στα γλέντια, συνοδεύοντας νύφες με μελωδίες που έμεναν χαραγμένες στην καρδιά τους. Δεν έπαιζε μηχανικά , κάθε του νότα κουβαλούσε συναίσθημα, ήταν σαν να ζούσε ο ίδιος κάθε χαρά και κάθε συγκίνηση που έβλεπε γύρω του. 

Όμως, τα χρόνια πέρασαν. Η εποχή άλλαξε. Οι άνθρωποι έκλεισαν τις καρδιές τους, τα γλέντια αραίωσαν, οι παρέες δεν είχαν πια τον ίδιο αυθορμητισμό. Και όταν η μάνα μας έφυγε από τη ζωή, το ακορντεόν του πατέρα μου σώπασε. Το άφησε στην άκρη , σαν να μην είχε πια λόγο ύπαρξης. Δεν το ξαναπήρε στον ώμο του, δεν το έφερε ξανά κοντά στην αγκαλιά του. Ήταν σαν να χάθηκε μαζί της ένα κομμάτι από τη δική του ψυχή. 

Και όταν ήρθε η δική του ώρα να φύγει, νέος ακόμα, στα 73 του, το ακορντεόν του βρήκε τη θέση που του άξιζε. Τώρα πια, δεν ταξιδεύει σε πανηγύρια ούτε συνοδεύει τραγούδια γάμου. Κοσμεί μια γωνιά του σαλονιού μου, αφιερωμένη αποκλειστικά σ’ εκείνον. Είναι εκεί, ακουμπισμένο σιωπηλά, μα η παρουσία του είναι ζωντανή. 

Κάθε φορά που το κοιτώ, θυμάμαι τον πατέρα μου να το παίρνει στους ώμους του, να φεύγει για ένα ακόμα γλέντι, να γυρίζει αργά τη νύχτα, κουρασμένος, αλλά με ένα χαμόγελο που έλεγε πως η μουσική του άγγιξε τις ψυχές των ανθρώπων. 

Τώρα, το ακορντεόν στέκει ακίνητο, αλλά η μελωδία του δεν έχει σβήσει. Ζει μέσα μου, στους ήχους που αντηχούν ακόμα στο μυαλό μου, στις ιστορίες που θυμάμαι και στις αξίες που εκείνος μας δίδαξε. Ζει σε κάθε νότα που κάποτε χάρισε απλόχερα στους ανθρώπους. Και όσο το θυμάμαι, ο πατέρας μου θα συνεχίσει να παίζει, εκεί που βρίσκεται τώρα, σε ένα αέναο γλέντι, όπου η μουσική ποτέ δεν σταματά. 

Ελένη Τσιφτσόγλου 

Έτος 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή