Το Έλατο της Ανυπομονησίας 

Το Έλατο της Ανυπομονησίας 

Ήταν Δεκέμβρης του 1973, όταν ο αέρας στο χωριό  μου την Νέα Δήμητρα μύριζε καμένο ξύλο και υγρασία. Ο ουρανός χαμηλός, γκρίζος, σαν να περίμενε κι αυτός κάτι. Οι γονείς μου είχαν φύγει από το πρωί για το Κιλκίς, αφήνοντας πίσω τους την ησυχία του σπιτιού και εμένα — ένα παιδί που δεν ήξερε από υπομονή. 

Είχα μια ιδέα που δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό μου. Ήθελα δέντρο. Όχι ένα κλαδί ριγμένο σε μια γωνιά, μα ένα δέντρο κανονικό, με κλαδιά απλωμένα σαν αγκαλιά, έτοιμο να δεχτεί γιρλάντες και πολύχρωμες μπάλες. Όμως, στο σπίτι δεν είχαμε τέτοιο δέντρο. Κι έτσι, πήρα μια απόφαση. 

Απέναντι από το σπίτι του θείου Ζηρίδη  στης Ελπινιώς  υπήρχε ένα ψηλό, περήφανο έλατο. Ψιλόλιγνο, με τα κλαδιά του να τεντώνονται σαν δάχτυλα , που δείχνουν τον ουρανό. Το κοιτούσα από μακριά κάθε μέρα, κι εκείνη την ημέρα αποφάσισα να το πλησιάσω. 

«Θα κόψω ένα κλαδί», σκέφτηκα. «Όχι πολύ μεγάλο, ίσα να μοιάζει με δέντρο». 

Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πλησίασα και έβαλα τα χέρια μου στον κορμό. Σκληρός, κρύος, με μυρωδιά ρητίνης. Το σκαρφάλωμα δεν ήταν εύκολο, μα εγώ ήμουν παιδί και τα παιδιά δεν λογαριάζουν ούτε ύψη, ούτε δυσκολίες. Με γδαρμένα γόνατα και χέρια γεμάτα ρετσίνι, βρέθηκα ανάμεσα στα κλαδιά. Τα πουλιά πετάχτηκαν τρομαγμένα, όμως εγώ δεν κοίταζα πουθενά αλλού παρά μόνο στο κλαδί που ήθελα να κόψω. Η θεία η Ελπινιώ με φώναζε να κατέβω.  

« Ελένη , τι είναι αυτό που κάνεις ! «  και η γιαγιά η Καλλιόπη η Στεργάκαινα   σταυροκοπιότανε !  

Κι εκεί, την ώρα που απλώνω το χέρι μου για να το τραβήξω, βλέπω από μακριά τους γονείς μου, που κατέβηκαν από το λεωφορείο και ερχόταν  για το σπίτι μας . 

Πάγωσα. Το σώμα μου κόπηκε στα δύο. Από τη μια η καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή από τον φόβο και από την άλλη η περηφάνια που είχα φτάσει μέχρι εκεί.  Κατεβαίνω γρήγορα από τον έλατο και κρύβομαι πίσω από τον  μικρό φράκτη . 

Τους είδα να  κουβαλάνε  σακούλες στα χέρια. Η μητέρα μου γελούσε και ο πατέρας μου έλεγε κάτι που δεν άκουγα. Πέρασαν μπροστά από το έλατο, μα δε με είδαν. Είχα τόση αγωνία που δεν θυμάμαι πόσο έμεινα εκεί κρυμμένη !  

Περίμενα. Περίμενα μέχρι να απομακρυνθούν προς το σπίτι μας . Μόλις ξεμάκραιναν τότε  μόνο, με την καρδιά να βροντάει ακόμα πιο δυνατά, άρχισα να  πηγαίνω προς το σπίτι μας. Ήθελα να φτάσω στο σπίτι γρήγορα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ! 

Μπαίνοντας μέσα, η ζεστασιά από τη σόμπα με τύλιξε. Η μητέρα έβγαζε ένα-ένα τα πράγματα από τις σακούλες. Παξιμάδια, λουκούμια, κάλτσες για τον χειμώνα… κι ύστερα, το θαύμα. 

 Ένα δέντρο ! 

Ένα έλατο, πιο όμορφο κι απ’ αυτό που είχα φανταστεί. Με κλαδιά πυκνά, πράσινα σαν αληθινά  και στη βάση του, κουτί γεμάτο στολίδια. Γυάλινα που λαμποκοπούσαν, κόκκινες μπάλες, χρυσές κορδέλες και χάρτινοι άγγελοι. 

Το κοίταξα και, για μια στιγμή, το σώμα μου ένιωσε όλη την κούραση από την ανάβαση και την αγωνία. Ένιωσα τα πόδια μου βαριά, τα χέρια μου να τσούζουν από τα γδαρσίματα. Μια μικρή θλίψη ανακατεύτηκε με τη χαρά. 

«Γιατί δεν περίμενα;», σκέφτηκα. 

Αλλά ήμουν παιδί. Κι όταν είσαι παιδί, η αναμονή είναι εχθρός. Η ανυπομονησία είναι πιο δυνατή κι από τον φόβο. 

Καθίσαμε γύρω από το δέντρο. Η  μαμά  μου η Φωτούλα άνοιξε τις κορδέλες, ο μπαμπάς  μου ο Τάσος έβαλε το δέντρο στη βάση. Τα χέρια μου, γδαρμένα αλλά αποφασισμένα, κρέμασαν την πρώτη γυάλινη μπάλα. Οι αδελφούλες μου  βοηθούσαν με ενθουσιασμό στο στόλισμα . Τα μικρά  τους χεράκια  έπιαναν με προσοχή τις χάρτινες γιρλάντες και τις γυάλινες  μπάλες , ενώ τα μάτια τους έλαμπαν περισσότερο από τα φωτάκια του δέντρου . Ολόκληρη η σκηνή έμοιαζε με εικόνα βγαλμένη από χριστουγεννιάτικο παραμύθι . Εκείνη την ημέρα νοιώθαμε πως ο κόσμος ήταν γεμάτος θαύματα και αγάπη !  

 Το θαύμα ήταν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που το κοιτούσαμε με ανοικτό το στόμα. Αυτό το δέντρο κουβαλούσε τα Χριστούγεννα στους ώμους του , φέρνοντας μαζί του όλα όσα αγαπούσαμε . 

Από το παράθυρο  του σπιτιού μας μπορούσα να δω το έλατο απέναντι, το δικό μου έλατο. Ψηλό και περήφανο, έμοιαζε να με κοιτάζει. Τα κλαδιά του κουνήθηκαν λίγο από τον αέρα, σαν να μου έλεγε: «Καλά τα κατάφερες, αλλά μερικές φορές, αξίζει να περιμένεις»!  

Ελένη Τσιφτσόγλου  

Δεκέμβριος 2024 

Αφιερωμένο  με αγάπη  σε όλους όσους κουβαλούν στις καρδιές τους τα βιώματα της παιδικής τους ηλικίας . Στιγμές που δεν χάθηκαν ποτέ , αλλά ρίζωσαν βαθιά μέσα μας, όπως οι ρίζες του έλατου στη γη . Αναμνήσεις που γίνονται φως τα Χριστούγεννα και μας  θυμίζουν ότι η αγάπη και η προσμονή είναι οι πιο γλυκές προσδοκίες της ζωής !  

Σε εκείνους που το άρωμα  των γιορτών γεμίζει το σπίτι . Σε εκείνους που δεν ξέχασαν ποτέ το γλυκό φως της σόμπας , το βλέμμα των γονιών  γεμάτο αγάπη και τη γλυκιά αίσθηση ότι όλα στον κόσμο είναι σωστά, όταν η οικογένεια είναι μαζί ! Αυτές οι εικόνες που δεν χάνονται ποτέ και είναι το πιο φωτεινό στολίδι της ψυχής μας ! 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή